Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2007

ανάγκη

Κάθε που το έδαφος υποχωρεί
κάτω απ’ τα πόδια μου
-μοιραία στο βάρος του ανυπεράσπιστου-
γερά κρατιέμαι απ’ το πείσμα μου
το μόνο που μου στάθηκε πιστό
υπηρετώντας με αυταπάρνηση
κι αυτοθυσία τις φιλοδοξίες μου,
ακόμη και την ώρα που κατέρρεαν τριγύρω μου
κι οι δυνατότητες κι οι πιθανότητες
γεμίζοντάς με έκπληξη
και μ’ έπαρση καμιά φορά
ακόμη και αθανασίας.

Τώρα από κάποιαν απόσταση χρόνου
μπορώ να πω με σιγουριά σχεδόν
ότι δεν έχω ανάγκη από περισσότερες μέρες ζωής
μα από περισσότερη ζωή στις μέρες μου
έτσι που να μπορώ να πω στο τέλος
δίχως μεμψιμοιρίες και άλλα παρόμοια:
«Ναι έζησα λίγο, μα έζησα»…

Εγκαταλελειμμένος στις σκέψεις μου
άγομαι και φέρομαι διαρκώς
κι όμως υπάρχουνε φορές που κάτι σαν να με ωθεί
να αναλάβω τα ηνία της ζωής μου
και να κυβερνηθώ
όχι υποτελώς αλλά αυτοτελώς

Τώρα από κάποιαν απόσταση χρόνου
μπορώ να πω με σιγουριά σχεδόν
ότι δεν έχω ανάγκη από πιότερα όνειρα για τη σάρκα μου
μα από περισσότερη σάρκα στα όνειρά μου
έτσι που να μπορώ να τα’ αγκαλιάσω
δίχως το φόβο μην αφανιστούν
όπως συμβαίνει πάντοτε με τα ασώματα οράματα…

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2007

περί ελέγχου του ανεξέλεγκτου

Δεν έχεις αισθανθεί ποτέ δίπλα σου
ώρες που μόνος σου θαρρείς πως είσαι
μες στο δωμάτιο, ή στο δρόμο,
μια παρουσία, αόρατη απ’ τα γήινα μάτια σου
ασύλληπτη απ’ την ανθρώπινη αφή σου;

Κι άλλες φορές δεν έχεις νιώσει
πως κάποιος μέσα σου ενεργεί αντί για σένα
Κι υλοποιεί – ή έστω επιχειρεί-
ανεξάρτητα και πέρα απ’ τη θέλησή σου
εκείνο που ρητά απαγορεύει η λογική σου
χωρίς ωστόσο να χεις δει ποτέ το πρόσωπό του;

τι να συμβαίνει; Πως έξαφνα εξατμίστηκαν
αιώνων κι αιώνων διδαχές και θεωρίες
περί της τιθασεύσεως των ενστίκτων
του ελέγχου του ανεξέλεγκτου
ή περί του αυτεξούσιου των ανθρώπων;

Σήμερα , με την ασφάλεια που μου δίνει
η συνειδητοποίηση της αιώνιας ανασφάλεια μου
νομίζω πως μπορώ να το παραδεχτώ ,
δίχως προκαταλήψεις δήθεν ανωτερότητας
και δίχως να μεμψιμοιρώ ή να μέμφομαι κανέναν,
πως είμαστε κατ’ εξοχήν και πάνω απ’ όλα
το σύνολο –απλά- των αδυναμιών μας

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2007

λείπουν άνθρωποι

Τι φιλαυτίες περιττές, τι εγωισμοί
τι όνειρα πνιγμένα στην αχλή της ματαιοδοξίας
που όλο τα οδήγαε ,σφάγια ανυποψίαστα,
κατά που γέρνει αιώνες τώρα άοκνα ο ήλιος.
Τι δόξες, τι τιμές, τι μάταια σχέδια
που έμειναν πάντοτε άσαρκα ή πέθαναν στα σπάργανα
αφού πλαστήκανε εν πλήρει αγνοία του αναπόδραστου…

Και τώρα να ‘μαι εδώ, να ορρωδώ μπροστά στην ίδια μου τη θέα
πεισματικά αρνούμενος να απόδεχτώ
την πατρότητα του ίδιου μου του ειδώλου
αρνούμενος να αναγνωρίσω αυτά τα χέρια, για χέρια μου
αυτά τα μάτια, τα μαλλιά για μάτια και μαλλιά μου
κι αυτό το αυλακωμένο μέτωπο πως είναι μέτωπό μου…

Και έτσι κλεισμένος στα βουνά και μακριά απ’ τη θάλασσα
αδυνατώ να δω όνειρα του νερού και του πελάγους
και μονάχα , καμιά φορά, σύσσωμη επιστρατεύοντας
την πανστρατιά της σκέψης
ανακαλώ στη μνήμη κύματα και τα νεκρανασταίνω
και με τα συναισθήματά μου κατασκευάζω τρικυμίες,
πλάθω παλίρροιες κι άμπωτες

Μα δεν μπορώ να είμαι ο ίδιος πια, -ποτέ δεν θα ‘μαι ο ίδιος-
όταν από το προσκλητήριο του μυαλού μου
λείπουν άνθρωποι.
και όταν έχω κουραστεί κάθε που πέφτει ο ήλιος
να λογαριάζω απώλειες…

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2007

προανάκρουσμα της Άνοιξης

Ακούω τον ήχο των επιθυμιών που όλο κυλούν
Και σκάβουν δρόμο άοκνα προς τη θάλασσα
κάτω από δέντρα που σαν να πέτρωσε η σκιά τους
όπως πάνω στις πράσινές αισιοδοξίες τους
πιάνεται , παγιδεύεται ο ήλιος

Κι ενώ είχα λησμονήσει όλους τους φθόγγους
ξάφνου οι λέξεις χύνονται απ’ το στόμα μου
σαν καταρράκτες, σαν πηγές, σαν ορεσίβιες κρήνες
και πίνουνε νερό κι ευφραίνονται τα ελάφια
που μέχρι χθες ζούσανε μόνο με άνεμο.

Κι εκεί που λεω: ελπίδα δεν υπάρχει πια,
έρχονται τα στοιχειά και να! στοιχειώνουνε τη νύχτα
κι ακινητεί ο ορίζοντας στην πιο καλή του ώρα
μ’ όλα τα χρώματά απλωμένα στο σχοινί του
κι ο άνεμος ακινητεί στην πιο λαμπρή του πνεύση
παγώνει το κυμάτισμα της θάλασσας,
και μένουν στον αφρό της τα καίκια

Κι ακούω το προανάκρουσμα της άνοιξης
όπως ξεφεύγει απ’ τους δίδυμους αυλούς
που χαιρετίζουν την αποδέσμευση απ’ τα επίπλαστα αισθήματα
εξακοντίζοντας ανάσες μουσικής σε μιαν ατμόσφαιρα
γεμάτη σταλαχτίτες κι άσπρα κρύσταλλα.

Και μια πομπή ανακτορική ξεκρίνω
ζάλο το ζάλο να βαδίζει σε κάποια πομπική οδό,
να κατευθύνεται στη στην αίθουσα του θρόνου
με αργό ρυθμό ως απαιτεί το τελετουργικό
χοές στους δίδυμους που βασιλεύουν πόθους μου να στάξει
μέσα από κέρνους κι αλαβάστρινα κανάτια.

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2007

Στη Σπάρτη

Ερείπια κείτονται παντού
στο λόφο της ακρόπολης,
σπασμένα μάρμαρα
-ενδείξεις ανεπίστρεπτης φθοράς-
εκεί που άλλοτε ψήφιζε η βουλή
σήμερα αποφασίζει μόνος του
δίχως "δια βοής" ή ανάταση χειρών
ο πανδαμάτωρ χρόνος

Στο θέατρο ο χορός των ανέμων
εισέρχεται ορμητικά απ’ τις παρόδους
άδοντας το στάσιμο της στασιμότητας
κάνοντας να κουνιούνται ρυθμικά
τα χαμομήλια που φυτρώνουν στην ορχήστρα.
Τα πρώτα εδώλια με τα ψηλά ερεισίνωτα
ενθουσιωδώς χειροκροτούν κι απόψε
την πρωταγωνίστρια εγκατάλειψη

ο ήλιος δύοντας γι άλλη μια φορά
χρυσίζει τα ερείπια του ναού
της άλλοτε Πολιάδος
της άλλοτε Χαλκιοίκου Αθηνάς
την ώρα που δυο νέοι εναγκαλίζονται σφιχτά
τον έρωτα καλύπτοντας
πίσω απ’ τους ευκαλύπτους

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2007

σχεδόν ακέραιος

οδήγησα ως εδώ την όρασή μου αμόλευτη σχεδόν
περνώντας την μέσα από καταπράσινα νερά
σε τούτο τον έρημο βυθό
που βρίθει από αόρατα υποθαλάσσια χάσματα

έφερα ως εδώ την ακοή μου ολάκερη σχεδόν
ξεναγώντας την στους ήχους της σιωπής
σε τούτο το έρημο κενοτάφιο
που δεν αξιώθη σάρκες να γευτεί

έφερα ως εδώ την αφή μου, ανέγγιχτη σχεδόν
σέρνοντας την άγρια πάνω στην αιχμηρότητα
σε τούτα τα λειασμένα βότσαλα
που εξομαλύνθηκαν, δοσμένα αιώνες στην ροή

Έφερα ως εδώ τον εαυτό μου ακέραιο σχεδόν
στέρεα πατώντας πάνω στη σαθρότητα
σε τούτο τον έρημο βράχο
που ζώνεται ολοτρόγυρα από θάλασσα…

αιθεροβάμων

Αντιμάχομαι ό,τι μου δίνεται ολάκερο
και διστάζω να αποδεχτώ ό,τι μου προσφέρεται απλόχερα
ίσως γιατί ποτέ μου ως τώρα δεν υπήρξα
πιστός θιασώτης της ακεραιότητας
ή ίσως – το πιο πιθανόν-
εξ΄’ αιτίας της καχυποψίας που με πότισε
ο «πολιτισμός» των ανθρώπων
να στέκω πάντα μ’ επιφύλαξη
μπροστά σ’ ότι μου δίνεται
ψάχνοντας πάντα πίσω απ’ αυτό
δόλους κι ιδιοτέλειες κι απάτες…

Κι έτσι έφτασα να μην αντιλαμβάνομαι την ύπαρξή μου
μέσα από ότι κατακτώ, ή απ’ ότι φτάνω
παρά μονάχα μέσα από τις απώλειες
προσώπων και στιγμών
που σχηματίζοντας πορείες γοργές
χάνονται στον ορίζοντα
αφήνοντας μονάχα μέσα μου, χνάρια βαθιά
σαν να περάσανε απ’ τη σκέψη μου
χιλιάδες του πολέμου αλόγατα.

Ίσως η μοίρα μ’ έταξε
Πάντοτε να στοχοθετώ πιο πάνω, πιο ψηλά,
απ’ ότι αντέχει η θνητή μου φύση
κι ίσως γι’ αυτό τις νύχτες μοναχά να ονειρεύομαι
πως ,ξεπερνώντας λέει, την ατολμία της σάρκας
υψώνομαι σε ύψη δυσθεώρητα
πάνω απ’ τα πάθη και τα λάθη των ανθρώπων…

υπεροψία; Έπαρση; Αλαζονεία;
Δεν ξέρω.
Πάντως δικαιολογώ να με αποκαλούν αιθεροβάμονα
όσοι γνωρίζουν πως η βαθύτερη επιθυμία
των οφθαλμών μου
είναι υπερβαίνοντας το ανώτερο ορατόν
να αγγίξουνε τη θέαση του αοράτου …

σ'ευχαριστώ

Ανταμωθήκαμε στις όχθες των ετοιμοθάνατων σκιών
πιασμένοι χέρι – χέρι
κάτω από τη βροχή των κίτρινων φύλλων
που δίχως να μεμψιμοιρούν
αποδέχονται το λίκνισμα της πτώσης
κάθε που αλλάζει η εποχή.
Κι αγαπηθήκαμε γνωρίζοντας εξ’ αρχής
πως κάθε τι ,όπως με δίχως συγκατάθεση γεννιέται
έτσι πεθαίνει
με δίχως συγκατάθεση.

Δώδεκα κύκνοι πέρασαν, λευκή πορεία μες το νερό
σε πλεύση εναρμονισμένη στις ροές του
και λίγο πριν χαθούνε στον ορίζοντα
χόρεψαν μες στα μάτια μας
και κάνοντας πως τίναζαν την πάχνη απ’ τα φτερά τους
γεμίζανε το δείλι με ήχους άτρωτους…

Ανταμωθήκαμε στις αναπολήσεις των άστρων
με τα κεφάλια μας ψηλά προς τα αιθέρια ύψη
λουσμένοι και οι δυο στο φως της αθωότητας
κι η νύχτα πως σεβάστηκε τον έρωτά μας!
κι οι αυγινοί ορίζοντες,
πόσο καρτερικά ανέβαλλαν τον ερχομό τους!
Μέχρι και που ξεχάσαμε
πως τα άστρα ζούνε μοναχά
όσο διαρκεί μια νύχτα.

σ’ ευχαριστώ ποίηση που μου δόθηκες
και που ήσουν πάντα ένα βήμα πιο μπροστά
απ’ την επιθυμία των οφθαλμών μου
που μαγικά – ενώ γερνώ σε τούτη την ακτή-
με ταξιδεύεις μες τα αγέραστα πελάγη…

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2007

ισορροπία

Δεν προσδοκώ την έλευση κάποιου μεσσία.
Έτσι κι αλλιώς οι τελευταίοι προφήτες του
πέθαναν από ανίατη αναμονή
έτσι που συνεχώς αναβαλλόταν η άφιξή του.

Ελέω θεού κυβερνώ τον εαυτό μου μόνος μου.
Όπως μπορώ. Άλλοτε με ξεκάθαρες
κατευθυντήριες γραμμές
κι άλλοτε με κάτι γενικά κι αόριστα πλάνα.

Έχω όμως –νιώθω -- αρκετήν ακόμη ρώμη
στους νευρώνες μου
ώστε να προχωρώ σαν θαρρετά σαν στέρεα
δίνοντας την εντύπωσιν εις όλους
πως έχω κατακτήσει ισορροπία στο βάδισμα
ευστάθεια στην πλεύση…

οι άνθρωποι που μας αγάπησαν

Μέσα στα μάτια σου θα ενοικεί η μορφή μου, αιώνια
και θα αγρυπνώ σαν γρύπας αγριωπός στο πλάι σου
μην τύχει και σε πάρει θάλασσα ή σε φυσήξει αέρας
κι όπως θα μεγαλώνεις
- γιατί τα χείλη δεν μπορούν να πουν «γερνάς» για σένα-
γύρω σου θα τυλίγομαι, θα γίνομαι ένα με τη σάρκα σου
όπως η φλούδα σφίγγεται γύρω από την ψίχα κίτρου
μην τύχει και σε βρει χιονιάς και πάψει τους χυμούς σου

πάνω στο πρόσωπό σου και στο άσπρο δέρμα σου
θα υπάρχουν αιώνια τα ίχνη απ’ τις παλάμες μου
ανεξίτηλα, όπως οι δαχτυλιές των πλαστουργών
Απάνω στο νωπό πηλό, στα αρχαία κανάτια απάνω
Κι όπως θα μεγαλώνεις
- γιατί τα χείλη δεν μπορούν να πουν «γερνάς» για σένα-
να σου θυμίζουν πως οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν ποτέ
αν έχουν πάρει άδολη αγάπη κι έχουν δώσει…

μέσα σου θα ‘μαι πάντοτε,
σαν ξεπεσμένο παρελθόν ή σαν ευοίωνο μέλλον,
που άλλοτε θα πασχίζεις να με αποχωριστείς,
κι άλλοτε να με βλέπεις να σε περιμένω
κάπου μπροστά χαμογελώντας σου
Κι όπως θα μεγαλώνεις
- γιατί τα χείλη δεν μπορούν να πουν «γερνάς» για σένα-
όλο και πιο κοντά θα έρχεσαι στα λόγια μου
που σαν ηχώ από χίλια κρόταλα μαζί θα εγείρουν την ακοή σου

όσοι κι αν σε φιλήσουν εραστές, κι αν σε θωπεύσουν χέρια
πλάι στο λαιμό σου θα ξαγρυπνά πάντοτε η δική μου ανάσα
και μη θαρρείς πως όλα τούτα είναι εγωισμοί
που αρμόζουν σε μεσήλικες ή πρόωρα γερασμένους
όπως θα μεγαλώνεις
γιατί τα χείλη δεν μπορούν να πουν "γερνάς» για σένα
θα μάθεις όπως έμαθα κι εγώ,
πως οι άνθρωποι που μας αγάπησαν
πιότερο ακόμη κι απ’ τον εαυτό τους,
σκιές δεν γίνονται ποτέ, κι αν γίνουν δεν ξεχνιούνται…