Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2008

αιώνια ποίηση του εντός

πως θα μπορούσα να σε κράξω αλλιώς
εξόν αγάπη
αιώνια, ποίηση του εντός
που όλες τις νύχτες ηδονικά με σεργιανάς
μες σε σπηλιές υποθαλάσσιες με δελφίνια
που παίζουν κι ερωτοτροπούν
ή σε περιστεριώνες ψηλούς με θέα
τους αυγινούς ορίζοντες των πόθων μου
εκεί που ο έρωτας ανθεί
ντυμένος πούπουλα άσπρα

πως θα μπορούσα να σε κράξω αλλιώς,
εξόν μητέρα
αιώνια, ποίηση του εντός
που ανατρέφεις, σαν άλλη τρυφερή τροφός,
μέσα βαθιά μου τα πιο απτόητα όνειρα
και τα μαθαίνεις, πως στο κενό να περπατούν
πώς να παραμερίζουν κάθε εφήμερο
πώς να μην ντρέπονται που γεννηθήκαν όνειρα
ακόμη κι αν δεν ανδρωθούν ποτέ
κι αν δεν βαδίσουν της ευοδώσεως την οδό….

πως θα μπορούσα να σε κράξω αλλιώς
εξόν ημέρα
αιώνια ποίηση του εντός
που με το φως σου τους φόβους όλους μου τους καις
αιφνιδιάζοντας τους ίσκιους και τα μάτια μου
κι όπως εξαίφνης εξαφανίζεις τη φθορά
του χρόνου που σαν σκόνη αλώνει τα μαλλιά μου
και σκάβει μου βαθιά, βαθιά το μέτωπο,
πως θα μπορούσα να σε κράξω αλλιώς
εξόν νεότη
αιώνια ποίηση του εντός…

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2008

για ώρα ανάγκης

τα αισθήματα μου δεν μπορεί κανείς να μου τα πάρει
εκτός αυτών που έχω αφήσει να εκφραστούν
υπό την επιτήρηση την άγρυπνη του νου μου
υπάρχουν κι άλλα ανέκφραστα
κατάλληλα για ερώτων συγκινήσεις ή θανάτων
που τα φυλάω σαν κόρη οφθαλμού
-για ώρα ανάγκης-βαθιά μου,
σε κρύπτες μέσα μυστικές
μακριά από ήλιο κι άνεμο
σε ζηλευτή εντούτοις ετοιμότητα.

τα τραύματα μου δεν μπορεί κανείς να μου τα πάρει
εκτός αυτών που διακρίνονται δια γυμνού οφθαλμού
στη σάρκα του μετώπου και στα μάγουλα,
απόρροια των πολλών που επέρασα χειμώνων,
υπάρχουν μέσα μου κρυφά χιλιάδες άλλα
κάποια από αυτά προϊόντα αυτοχειρίας
τα υπόλοιπα υπολείμματα επαφών
με ανθρώπους κατ’ ευφημισμόν

τις λέξεις δεν μπορεί κανείς να μου τις πάρει
εκτός αυτών που έχω αφήσει να γραφτούν
ή εκείνες που κυλήσαν απ’ το στόμα μου
προς κάποια ευήκοα ώτα,
υπάρχουν κι άλλες μέσα μου, χιλιάδες
ασύντακτες ακόμη, ανερμάτιστες
μα που κυοφορούνπαρήγορα , ίσως, νοήματα
σωτήρια- μπορεί- σε ώρα ανάγκης

την ποίηση μου δεν μπορεί κανείς να μου την πάρει
είναι η αποταμίευση στο εντός μου
χρόνων καλών και δίσεκτων
κι εκτός εκείνης που άφησα να αναβλύσει
σαν ποταμός με ελεγχόμενη ως τα τώρα ορμή,
υπάρχει κι άλλη άφθονη
που σαν σε φράγμα ασφυκτιά
σαν σε ενυδρείο φρίττει
μα που την έχω προορίσει
για ανομβρίας ώρα, ώρα ανάγκης…

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2008

συνήθως βράδυ

άκλητη έρχεσαι συχνά, κυρίως το βράδυ
σαν φως που εισβάλει μονομιάς
στο απότομο τράβηγμα μιας κουρτίνας.
θέλουν την ώρα τους τα μάτια μου να συνηθίσουν
την παρουσία της απουσίας σου
παντού μες το παρόν μου
σαν ζωντανή, σαν που σε χαίρομουν
προτού σε κράξω μνήμη…

συνήθως βράδυ ,βλέπεις, γεύομαι ξανά,
με τρόπο ιδανικόν
τους παρελθόντες μου έρωτες
σε αγορές υπαίθριες παράνομα
σε αψίδες από κάτω
εκεί όπου συνωμοτούν οι έμποροι
έτοιμοι ν’ ανεβάσουν ή να κατεβάσουν τις τιμές
στο λαθρεμπόριο των συναισθημάτων.

συνήθως βράδυ ,ξέρεις, αυγαταίνουν οι αυταπάτες
κι όσο οι σκιές τους πολλαπλασιάζονται
τόσο εγώ διαιρούμαι
στα δυο, στα τέσσερα, στα οχτώ…
- επώδυνο;
- Πως όχι;
Μα έτσι μπορώ ταυτόχρονα
να βρίσκομαι στο τώρα και στο τότε
νεόκοπα βάζοντας τριαντάφυλλα
στα κενοτάφια των ελπίδων
που ούτε τα σώματά τους, νεκρά,
δεν αξιώθηκα να ψάξω και να θάψω
κι έτσι πλανώνται πάνω μου κάθε βραδιά
σαν τιμωρία βαριά, νέμεση της Εκάτης…

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2008

γηραιά κυρία

Κυρία γηραιά σε γηραιά οικία
αναπολεί την πρότερη της νιότη,
τις –πλέον- παρελθούσες της ακμές ,
έτσι ως περιστοιχίζεται
από μικρή κι αμίλητη παρέα θανάτων,
καρφωμένων σαν σε τιμωρία πάνω σε τοίχους
ή ακουμπισμένων σε μπουφέδες και κομοδίνα.

Φορές, ρίχνει ματιές κλεφτές στα πρόσωπα
που ακινητούν προκλητικά,
σαν να γυρεύει επιβεβαίωση
πως κάποτε είχε στ’ αλήθεια ερωτευτεί,
πως είχε αρέσει κάποτε , είχε ζήσει
κι είχε και πλάι σταθεί σ’ ανθρώπους
που σήμερα ατενίζουν τ’ άστρα
χωρίς να θυμώνουν ή να σκέφτονται
ή να ονειρεύονται

Ξέρει καλά, πως ότι έχει φύγει γυρνά
μονάχα σαν ανάμνηση ή – σπάνια πλέον- σαν όνειρο νυχτερινό,
και πως εκεί μονάχα, μπορεί να απεκδυθεί
ανενδοίαστα τη ζαρωμένη σάρκα
να ξαναζήσει - σαν να ταν, τάχα, χτες-
όλους τους παλαιούς της έρωτες.

Γι αυτό κάθε πρωί ξυπνά μ’ ένα χαμόγελο
προφασιζόμενη ίλιγγο ελαφρό
σαν να ‘χε επιδοθεί σε μια ολονύκτια σαρκική γιορτή
όσο κι αν ξέρει κατά βάθος πόσο ανώφελο είναι
να ζωντανεύει το κορμί μονάχα στ’ όνειρο
πόσο φριχτό να συνειδητοποιείς την παρουσία σου
μονάχα μέσα από τις απουσίες!

Σάββατο, 1 Μαρτίου 2008

προς χάριν αυθεντικότητος

ακρωτηριάζω μέσα μου τ’ αγάλματα
κι ας τα ‘χω εγώ γεννήσει με κόπο
απάνω σε χαλκό σκληρό
ή και σε μάρμαρο άσπρο
με φαντασία πολύ λαξεύοντας
και λεπτομέρεια,τα εξαίσια σώματά των

σ’ άλλο το χέρι αποκόπτω απ’ τον καρπό
να μην μπορεί εγχειρίδιο να κρατήσει ή δόρυ
μην τύχει κι εναντίον μου στραφεί
από αγνωμοσύνη.
Σ’ άλλο την κνήμη τέμνω
ή το μηρό διχοτομώ
μην έχει ελπίδα διαφυγής
από την ακαμψία

καλύπτοντας καλά
ως έμαθα ανάμεσα σε ανθρώπους
τις αληθείς προθέσεις μου
με περισσή ηθοποιία προφασιζόμενος
πως έτσι ενεργώόχι από φόβο ή από φθόνο
που μόνο εγώ γερνώ
αλλά προς χάριν -τάχα-
αυθεντικότητος…