Δευτέρα, 3 Μαΐου 2010

μοιραίες πτώσεις

Πολλές φορές στης μόνωσης την άγρια παγίδα
σαν να σαλεύει το μυαλό, σαν να νικά τον πόνο
και βρίσκομαι μια ολόχρυση φορώντας προσωπίδα
μαζί με εκείνους να πετώ που νίκησαν το χρόνο

βλέπω της Έλλης το κορμί ν’ αφήνεται σαν φύλο
πάνω απ’ τα καταγάλανα ύδατα του ελλησπόντου
κι ακούω να λέει: «τουλάχιστον προσπάθησα να φύγω
λες κι είναι δυνατή η φυγή τ’ ανθρώπου απ’ το γραφτό του

κι ακολουθώ τον Ίκαρο στην πτήση του θανάτου
να λέει: «Ικάριο δέξου με στο γαλανό σου βάθος
απ’ ότι χρόνια μ’ έδενε στα στέρεα του χωμάτου
ξέφυγα, κι ας με τη ζωή πληρώνω αυτό το λάθος»

βουίζει προς τη θάλασσα ως ρέει ο πυριφλεγέθων*
και με το βλέμμα ακολουθώ μι’ ακόμη εφήβου πτώση
νεύμα μου κάνει από ψηλά ως φλέγεται ο Φαέθων
«να σ’ είχα πρώτα» , μουρμουρά, «ολόστερνή μου γνώση»

μοιραίες πτώσεις… που έβαψαν με κόκκινο τους μύθους
έρχονται και ξανάρχονται, και λέω με το μυαλό μου:
«ας ήταν να ‘πεφτα κι εγώ στο βάθος της αβύσσου
μα ας πρόφταινα τουλάχιστον να δω τον ουρανό μου»

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2010

φιλώ το χρόνο

τα χρόνια μου τα πέρασα
μεγάλωσα , και γέρασα
χωρίς καλά -καλά να καταλάβω
μέσα μου όλα αμέρωτα
και μια ψευδαίσθηση έρωτα…
τι άλλο πια να ζήσω θα προλάβω;

τα νιάτα μου αλλιώτικα
άγνοια κι αθωότητα
μιαν αίσθηση θαρρείς αθανασίας
δίχτυ η ζωή και μπλέχτηκα
μετά, κι όμως το δέχτηκα
να γίνω θύμα της αυτογνωσίας

η νύχτα άγρια γύρα μου
μα αντί να κλαίω τη μοίρα μου
σ’ ένα βασίλειο ολότελα δικό μου
ντυμένος στην πορφύρα μου
και με σπαθί την πείρα μου
μόνος μου λέω θα φτιάξω το γραφτό μου

με τα φτερά του λόγου μου
πετώ στου παραλόγου μου
τον ουρανό, αντίθετα από νόμο
βιτσιά δίνω του αλόγου μου
τον προαιώνιο φόβο μου
νικώ και σκύβω και φιλώ το χρόνο

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

σαν αγαπάς

σου χα ‘χαρίσει μια παλίρροια … θυμάσαι;
κι εσύ μου χες χαρίσει δυο μικρά κοχύλια
τον χρόνο σου χα πει καρδιά μου μη φοβάσαι
θα σ’ αγαπώ τι κι αν περάσουν χρόνια χίλια

σου ‘χα περάσει στα μαλλιά ένα αστερία
και σου χα πει: «είσαι η χαμένη μου Ατλαντίδα»
σε παραλία , ποια; … δεν έχει σημασία
σαν αγαπάς ειν’ όλοι οι τόποι μια πατρίδα

σ’ είχα ένα ήλιο που βυθίζονταν κεράσει
κι είδαμε το φεγγάρι ολόφωτο να βγαίνει
το φως του είχαμε στα δυο, οι δυο μοιράσει
σαν αγαπάς ότι μοιράζεσαι αυγαταίνει

σου χα χαρίσει τη μεσόγειο, θυμάσαι
και συ ολάκερο μου χάρισες το Ιόνιο
«ψυχή μου» , μου χες πει, « το χρόνο μη φοβάσαι»
σαν αγαπάς ό,τι αγαπάς μένει αιώνιο