Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2011

επίκληση στις αιώνιες γυναίκες

σε διαδρόμους το μυαλό μου όλο κύκλους κάνει
ψάχνοντας το επιμύθιο στους δικούς μου μύθους
έλα απόψε δώσ’ μου μίτο να πιαστώ Αριάδνη
το σκοτάδι με κλειδώνει σ’ άγριους λαβυρίνθους

Στους αναίμακτους βωμούς σου, λαξευτούς στην πέτρα
να εξιλεωθώ ονείρων έθυσα Εκατόμβη
δέχομαι βροχή από βέλη, τις πληγές μου μέτρα
θάλψε με στην αγκαλιά σου μάνα μου Νιόβη

Δωσ’ μου προσμονή αιώνων λάκαινα Ελένη
μάθε με να περιμένω στα χτιστά μου τείχη
το κορμί μου το ποθήσαν άγριοι πολέμοι
μα κι η ίδια η ψυχή μου το εγκαταλείπει

Λίγη ώχρα απ’ τις παρειές σου, δώσ’ μου Περσεφόνη
με μαυλίζουν, κι υποκύπτω, σκέψεις παλλακίδες
μα αν πεθαίνω, αναγεννιέμαι κάθε που νυχτώνει
βρίθουν τα κοιτάσματά μου από βαθιές ελπίδες

δαίμονες

χορεύω απόψε με τους δαίμονες του εντός μου
και τους κερνώ κρασί γλυκό να τους μεθύσω
να πάψουνε να με γυρνούν συνέχεια πίσω
σ’ ό,τι στη λήθη είχε απωθήσει το μυαλό μου

Χαμογελώ στον εαυτό μου στον καθρέφτη
με υποκρισία περισσή, κι ύφος διαβόλου
δεν άλλαξες του λέω από χτες καθόλου
κι αν άλλαξες λιγάκι ποιος θα το προσέξει

Κρύβω μες τις παλάμες μου το πρόσωπο μου
κίνηση οικεία σε στιγμές απελπισίας
δικάζοντας σε ηθελημένη αβλεψία
τις κόρες , κι ας διψούν για φως, των αματιών μου

Ο ήλιος λάμπει πάνω απ’ τα ερείπιά μου
κι εγώ χαμένος στα ρηχά δικού μου κόσμου
ότι μου στέρησες ζωή αμέσως δωσ’ μου
δεν τα ζητιάνεψα τ’ αξίζω είναι δικά μου

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

μέχρι

συγκίνηση με πλημυρίζει
κάθε που αγγίζω με την αφή της μνήμης μου
την απουσία σου
ένα περίεργο μυρμήγκιασμα στις φλέβες μέσα έρπει
σαν να γυρίζω έπειτα από καιρό σε τόπο αγαπημένο
σε εδάφη πάτρια και σε γενέθλια χώματα
και βρίσκω απαράλλαχτο τον τόπο
σπίτια και δέντρα και νερά , στην ίδια θέση
και πρόσωπα αγαπημένα να με καρτερούν
ως άλλοτε πίσω από παραθύρια ολάνοιχτα
κι αυλές ασβεστωμένες ….

αλλά γιατί εκπλήσσομαι;
χάνονται οι άνθρωποι ποτέ που μας αγάπησαν;
ή μήπως τους κουβαλάμε μέσα μας συνέχεια
μέχρι κι εμείς να γίνουμε σκιές χιμαιρικές κι αέρινα όντα
στη μνήμη μέσα και στα αισθήματα
των επιγενομένων ;

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

ίσα να πεις

σου στέλνει σήμα ο ουρανός , δίδυμα ουράνια τόξα
γεννήματα της ένωσης του ήλιου με τη βροχή
σου δείχνει η νύχτα εφήμερα τα πλούτη είναι κι η δόξα
μ’ ένα φεγγάρι κόκκινο, που σαν να αιμορραγεί

μα εσύ ξεχνάς πως το κορμί ταγμένο ειν’ του θανάτου
πως η ψυχή σου είναι βαρύ στο πέλαγος σκαρί
πως όλα σου τα όνειρα πήγαν ανέμου κάκου
την ευτυχία πως πούλησες άκαιρα και νωρίς

κι έτσι ενεργείς σαν να φορείς την άτρωτη αιγίδα
σαν να σε βούτηξαν μωρό στο αθάνατο νερό
πέφτοντας μέσα στην φριχτή που σου ‘στησαν παγίδα
η έπαρση, κι ο ωμιστός, που τρώει σάρκες, καιρός

και φτάνεις την ανθρώπινη, φύση να αποποιείσαι
να γίνεσαι μες στα θεριά το πιο άγριο θεριό
στερείσαι τις μικρές χαρές κι αγάπη προσποιείσαι
ίσα να πεις πως έζησα έναν καιρό κι εγώ…

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2011

σιγά -σιγά

σιγά - σιγά πάτα στις άκρες των δακτύλων
τώρα που η νύχτα ξέχασε να μας σκεπάσει
βάλε το χέρι στον βαθύ τύπο των ήλων
το μέλλον μέσα απ’ την αλήθεια να περάσει

μίλα σιγά τώρα η ματαίωση κοιμάται
να κάνουμε και πάλι σχέδια επί χάρτου
το αύριο απ’ την ελπίδα αφορμάται
δίχως την έγνοια της φθοράς και του θανάτου

μήλο χρυσό δανείσου από τις εσπερίδες
να σπείρεις έριδα στις ερινύες του εντός σου
πότισε την αγάπη για ν’ απλώσει ρίζες
προτού στο τίποτα ξοδέψεις τον εαυτό σου

κλείσε το μάτι στον καιρό που σε αναλώνει
κάνε ένα γύρο με το βλέμμα σου στον κόσμο
κι αν κάτι υπάρχει την ψυχή σου που λερώνει
μοιράσου το, μισός ο μοιρασμένος πόνος

κοίτα, ο καιρός όπως περνά τι παρασέρνει
ποτάμι διάπυρο που λάβα ξεχειλίζει
επιθυμίες, όνειρα, κι ανθρώπους παίρνει
μα δεν αγγίζει ότι αγαπήσαμε κι αξίζει …

Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

κι αν ονειρεύτηκες

έχτιζες τριίστιο σκαρί να ρίξεις στο νερό
τα ύφαλα του άλειφες πηχτή και μαύρη πίσσα
και με το κιάλι κοίταζες αν έρχεται καιρός
πλανίζοντας τις κουπαστές για να τις φέρεις ίσα

στόλιζες τα κατάρτια του με φώτα λαμπερά
για να θωρούν από μακριά τα’ άλλα πως φεύγεις πλοία
-που νόμιζαν πως ήσουνα φτιαγμένος για στεριά -
και πως ταράσσεις τα νερά της θάλασσας τα λεία

μα σκιάζεσαι το άγνωστο, και το σκαρί πουλάς
καμία ,λες, δεν σε καρτερεί , πατρίδα ή Πηνελόπη
το πλήρωμα στασίασε, δεν του έταξες πολλά
και η ψυχή σου δείλιασε, κι έφυγε πρώτη- πρώτη

κι αν ονειρεύτηκες στεριές, ξένες και μακρινές
ακτές που θαμποφαίνονται μες στην αυγής το χρώμα
φαίνεται σ’ έταξε η ζωή μην κινηθείς ποτές
μα να στεριώσεις στ’ άγονο κι ανθρωποφάγο χώμα

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

βιβλική εντολή

Νυχτώνει και φεγγάρι κίτρινο ανεβαίνει
κάτι με πιάνει, με δεσμεύει και με αλώνει
με θλίβει που η ζωή περνά, δεν περιμένει
κι η μοναξιά τρώγοντας σάρκες μεγαλώνει

ηχεί σαν βιβλική εντολή ξάφνου η φωνή σου
« χτίσε μου λέει μια κιβωτό από λαμαρίνες
σπάσε τους κάβους που δεσμεύουν την ψυχή σου
και σώσε ,αν θέλεις να σωθείς, όλες τις μνήμες

του φόβου σου κόψε τις φλέβες με νυστέρι
νικούνε πάντα όσοι πιστεύουνε στη νίκη
θα ρθει μ’ ένα κλαδί ελιάς το περιστέρι
να σου υποδείξει την πατρίδα που σου ανήκει»

κι ενώ στα ερείπια του νου μου αποσταμένος
ήμουν χωρίς να με ενδιαφέρει η σωτηρία
από το κύμα του καιρού στα δυο σπασμένος
φώναξα μες στη νύχτα φτου ξελευτερία

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2011

επίκληση

τέντωσε τόξο τ’ ουρανού, φλέβα της πέτρας
μπλάβο της θάλασσας κυμάτισε, κορμί
για όσους βρεθήκαν με την πλάτη στην παλαίστρα
τους ηττημένους δεν τους αγαπάει κανείς…

τρέξε νερό του ποταμού , του καταρράκτη
βρέξε βροχή κι απάστραψε άσπρη αστραπή
για κείνους που δεν έχουνε σημείο στο χάρτη
να σημαδέψουν, να το πούνε πάτρια γη

σείσε συθέμελα σεισμέ το νου του ανθρώπου
να λέει πια μονάχα στην αγάπη … ναι
κι όσους κερδίζουν μ’ άλλων πλάτες, μ’ άλλων κόπους
κατακεραύνωσε μια νύχτα κεραυνέ

βγάλε ένα βέλος αιχμηρό απ’ τη φαρέτρα
κυρτό του ορίζοντα δοξάρι πορφυρό
και κάρφωσέ το σ’ όσους για καρδιά έχουν πέτρα
σ’ όσους στα ερείπια πάνω στήνουνε χορό

φεγγάρι κόκκινο προσμένω απόψε πάλι
από την ουράνια σου κρύπτη να φανείς
σαν την πυθία με δάφνης φύλλα στο κεφάλι
να μου μαντεύεις και να με χρησμοδοτείς

κι ως θα σε βλέπω τη ζωή μου εσύ ευλόγα
που έχω ως τα τώρα απ’ την έπαρση σωθεί
κι ας καίγομαι στης μοναξιάς μέσα τη φλόγα
τους ταπεινούς δεν καταδέχεται κανείς …

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011

φαίνεται

φαίνεται, εμένα κύρης μου ήτανε ο Ποσειδώνας
και μάνα μου του πέλαου ο κάτασπρος αφρός
που στ’ όστρακο με κοίμιζε θαλασσινής χελώνας
γι αυτό και μες στις φλέβες μου κυλάει το φευγιό…

φαίνεται ήμουν ποταμός σε πρότερη ζωή μου
ο Αχέρωντας , ο Αμέλητας, ο Νείλος, ο Ιλισσός
που έσκαψε κοίτη στα βουνά βαθιά η δύναμή μου
κι ο πόθος με τη θάλασσα να σμίξω, να ενωθώ

φαίνεται ήμουν κάποτε καράβι στη Φοινίκη
που χτίστηκα από κορμούς κέδρων , κυπαρισσιών
γι αυτό νομίζω, η θάλασσα του κόσμου όλου μου ανήκει
τις νύχτες που αποσύρεται ο νους μου απ’ το παρόν

για αυτό δε θέλω τη στεριά, φόβο έχω του χωμάτου
γι αυτό και δεν εστέριωσα ποτέ σε κάποια γη
τι βγάζει ο αέρας μια βαριά αποφορά θανάτου
κι εγώ μόνο για πέλαγος φαίνεται έχω πλαστεί