τα αισθήματα μου δεν μπορεί κανείς να μου τα πάρει
εκτός αυτών που έχω αφήσει να εκφραστούν
υπό την επιτήρηση την άγρυπνη του νου μου
υπάρχουν κι άλλα ανέκφραστα
κατάλληλα για ερώτων συγκινήσεις ή θανάτων
που τα φυλάω σαν κόρη οφθαλμού
-για ώρα ανάγκης-βαθιά μου,
σε κρύπτες μέσα μυστικές
μακριά από ήλιο κι άνεμο
σε ζηλευτή εντούτοις ετοιμότητα.
τα τραύματα μου δεν μπορεί κανείς να μου τα πάρει
εκτός αυτών που διακρίνονται δια γυμνού οφθαλμού
στη σάρκα του μετώπου και στα μάγουλα,
απόρροια των πολλών που επέρασα χειμώνων,
υπάρχουν μέσα μου κρυφά χιλιάδες άλλα
κάποια από αυτά προϊόντα αυτοχειρίας
τα υπόλοιπα υπολείμματα επαφών
με ανθρώπους κατ’ ευφημισμόν
τις λέξεις δεν μπορεί κανείς να μου τις πάρει
εκτός αυτών που έχω αφήσει να γραφτούν
ή εκείνες που κυλήσαν απ’ το στόμα μου
προς κάποια ευήκοα ώτα,
υπάρχουν κι άλλες μέσα μου, χιλιάδες
ασύντακτες ακόμη, ανερμάτιστες
μα που κυοφορούνπαρήγορα , ίσως, νοήματα
σωτήρια- μπορεί- σε ώρα ανάγκης
την ποίηση μου δεν μπορεί κανείς να μου την πάρει
είναι η αποταμίευση στο εντός μου
χρόνων καλών και δίσεκτων
κι εκτός εκείνης που άφησα να αναβλύσει
σαν ποταμός με ελεγχόμενη ως τα τώρα ορμή,
υπάρχει κι άλλη άφθονη
που σαν σε φράγμα ασφυκτιά
σαν σε ενυδρείο φρίττει
μα που την έχω προορίσει
για ανομβρίας ώρα, ώρα ανάγκης…
Παρασκευή 21 Μαρτίου 2008
για ώρα ανάγκης
Αναρτήθηκε από
christos
στις
11:57 μ.μ.
0
σχόλια
Ετικέτες ποίηση
Τετάρτη 19 Μαρτίου 2008
συνήθως βράδυ
άκλητη έρχεσαι συχνά, κυρίως το βράδυ
σαν φως που εισβάλει μονομιάς
στο απότομο τράβηγμα μιας κουρτίνας.
θέλουν την ώρα τους τα μάτια μου να συνηθίσουν
την παρουσία της απουσίας σου
παντού μες το παρόν μου
σαν ζωντανή, σαν που σε χαίρομουν
προτού σε κράξω μνήμη…
συνήθως βράδυ ,βλέπεις, γεύομαι ξανά,
με τρόπο ιδανικόν
τους παρελθόντες μου έρωτες
σε αγορές υπαίθριες παράνομα
σε αψίδες από κάτω
εκεί όπου συνωμοτούν οι έμποροι
έτοιμοι ν’ ανεβάσουν ή να κατεβάσουν τις τιμές
στο λαθρεμπόριο των συναισθημάτων.
συνήθως βράδυ ,ξέρεις, αυγαταίνουν οι αυταπάτες
κι όσο οι σκιές τους πολλαπλασιάζονται
τόσο εγώ διαιρούμαι
στα δυο, στα τέσσερα, στα οχτώ…
- επώδυνο;
- Πως όχι;
Μα έτσι μπορώ ταυτόχρονα
να βρίσκομαι στο τώρα και στο τότε
νεόκοπα βάζοντας τριαντάφυλλα
στα κενοτάφια των ελπίδων
που ούτε τα σώματά τους, νεκρά,
δεν αξιώθηκα να ψάξω και να θάψω
κι έτσι πλανώνται πάνω μου κάθε βραδιά
σαν τιμωρία βαριά, νέμεση της Εκάτης…
Τετάρτη 12 Μαρτίου 2008
γηραιά κυρία
Κυρία γηραιά σε γηραιά οικία
αναπολεί την πρότερη της νιότη,
τις –πλέον- παρελθούσες της ακμές ,
έτσι ως περιστοιχίζεται
από μικρή κι αμίλητη παρέα θανάτων,
καρφωμένων σαν σε τιμωρία πάνω σε τοίχους
ή ακουμπισμένων σε μπουφέδες και κομοδίνα.
Φορές, ρίχνει ματιές κλεφτές στα πρόσωπα
που ακινητούν προκλητικά,
σαν να γυρεύει επιβεβαίωση
πως κάποτε είχε στ’ αλήθεια ερωτευτεί,
πως είχε αρέσει κάποτε , είχε ζήσει
κι είχε και πλάι σταθεί σ’ ανθρώπους
που σήμερα ατενίζουν τ’ άστρα
χωρίς να θυμώνουν ή να σκέφτονται
ή να ονειρεύονται
Ξέρει καλά, πως ότι έχει φύγει γυρνά
μονάχα σαν ανάμνηση ή – σπάνια πλέον- σαν όνειρο νυχτερινό,
και πως εκεί μονάχα, μπορεί να απεκδυθεί
ανενδοίαστα τη ζαρωμένη σάρκα
να ξαναζήσει - σαν να ταν, τάχα, χτες-
όλους τους παλαιούς της έρωτες.
Γι αυτό κάθε πρωί ξυπνά μ’ ένα χαμόγελο
προφασιζόμενη ίλιγγο ελαφρό
σαν να ‘χε επιδοθεί σε μια ολονύκτια σαρκική γιορτή
όσο κι αν ξέρει κατά βάθος πόσο ανώφελο είναι
να ζωντανεύει το κορμί μονάχα στ’ όνειρο
πόσο φριχτό να συνειδητοποιείς την παρουσία σου
μονάχα μέσα από τις απουσίες!
Σάββατο 1 Μαρτίου 2008
προς χάριν αυθεντικότητος
ακρωτηριάζω μέσα μου τ’ αγάλματα
κι ας τα ‘χω εγώ γεννήσει με κόπο
απάνω σε χαλκό σκληρό
ή και σε μάρμαρο άσπρο
με φαντασία πολύ λαξεύοντας
και λεπτομέρεια,τα εξαίσια σώματά των
σ’ άλλο το χέρι αποκόπτω απ’ τον καρπό
να μην μπορεί εγχειρίδιο να κρατήσει ή δόρυ
μην τύχει κι εναντίον μου στραφεί
από αγνωμοσύνη.
Σ’ άλλο την κνήμη τέμνω
ή το μηρό διχοτομώ
μην έχει ελπίδα διαφυγής
από την ακαμψία
καλύπτοντας καλά
ως έμαθα ανάμεσα σε ανθρώπους
τις αληθείς προθέσεις μου
με περισσή ηθοποιία προφασιζόμενος
πως έτσι ενεργώόχι από φόβο ή από φθόνο
που μόνο εγώ γερνώ
αλλά προς χάριν -τάχα-
αυθεντικότητος…
Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2008
παρελθούσες λάμψεις
όλοι οι καθρέφτες που ήπιε το γυαλί τους
-άλλοτε- ομορφιά πολλή,
τι καθρεφτίστηκαν εκεί εξαίσια σώματα
γεμάτα νιάτα κι έφηβα , μεγαλόπνοα όνειρα
στοιχειώνουν τώρα σε σαλόνια άδεια
και σε εισόδους που δεν δέχονται κανένα,
σαν θαμπωμένοι απ’ την ανάμνησή των.
όλες οι θλίψεις που περάσανε απ’ τα μάτια μου
για πρόσωπα που έφυγαν
ή για στιγμές που –άλλοτε- οραματίστηκα
μα τις κατάπιε στα σπάργανά τους μέσα ακόμη,
η ωμιστή ματαίωσις,
γίνονται της «σοφίας» μου αθλοθέτες
και μου απονέμουν κότινους σιωπής
για κάθε μου άθλο λύπης.
όλες οι θάλασσες που ταξιδέψανε –άλλοτε-
τις επιθυμίες μου
κι οι φάροι που αφειδώς σηματοδότησαν
την ελπίδα ελλιμένισης τους
μέσα σε θαυμαστά νεώρια,
τις νύχτες μες τον ύπνο μου ανασταίνονται…
γι’ αυτό πολλά πρωινά ξυπνώ
με λάμψεις παρελθούσες μα έτι ζώσες
μέσα στις αδικαίωτεςκόρες των αματιών μου…
Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2008
παρουσίες
οι παρουσίες εκείνων που πεθάναν
κι αγαπούσαμε,
είναι φορές σαν ζωντανές
έτσι ως έρχονται μες τα μεσάνυχτα
κάτω από τα κοιμισμένα βλέφαρά μας
ή ως μπαίνουν μες στη σκέψη μας
ανακλημένες από εικόνες ή τυχαία συμβάντα
που μαζί τους τα είχαμε συνδυάσει.
οι παρουσίες εκείνων που πεθάναν
κι αγαπούσαμε,
έρχονται, δεν παρέρχονται ποτέ
σαν συνειρμοί της αυτεξούσιας σκέψης
κι όσα μαζί τους ονειρευτήκαμε
κοιτώντας τόσο εφήμερες
πάνσεπτες πανσελήνους
σαν να ανασταίνονται
με όλη τους την παλαιάν ακμή
εις όλην τους την αίγλη…
οι παρουσίες εκείνων που πεθάναν
κι αγαπούσαμε,
ποτέ δεν θάβονται μες του μυαλού την άμμο
όσο και να φυσά νοτιάς
κι είναι φορές απείρως ζωηρότερα
τα ωραία πρόσωπά των,
από εκεινών που μας εξέχασαν
κι ας κάποτε μας είχαν ορκιστεί
πίστη αιωνία κι αγάπη.
ιδιοτροπίες ποιητών
ερμητικά κλειστά
ας μένουν τα παραθυρόφυλλα
σε έντεχνη συσκότιση
ας διατηρηθεί το δωμάτιο
κι ούτε τριγμός θύρας
ούτε άλλος θόρυβος ας μην ταράξει
την επίπλαστη γαλήνη που με τυλίγει…
γράφω.
και πρέπει να οραματιστώ
πλήρως τις δραπετεύσεις μου
ανυποψίαστος –δήθεν-
πως έξω από τους τοίχους
περνούν οι μέρες μου
τόσο απαράλλαχτες
η μια πίσω απ’ την άλλη
σαν κουστωδία πουλιών
που παίρνουν δρόμο
ελείψει ανοίξεως.
ιδιοτροπίες "ποιητών" θα πεις
κοινές. Δεν αντιλέγω.
μα έτσι καμώνομαι πως κάτι κάνω άξιο
γράφοντας για τ’ ανάξια λόγου πάθη μου
εν πλήρει επιγνώσει
πως μια επιγραφή ίσως απομείνει κι από με
-σαν σήμα της πορεία μου- επιτύμβια
Αναρτήθηκε από
christos
στις
12:52 π.μ.
1 σχόλια
Ετικέτες ποίηση