Περιμένω ακόμη τις νύχτες
Τις νύχτες τις ατελείωτες
να προελάσουν
εκείνες που να γιγαντώσουν μέσα μου
τον πόθο να ξεφύγω από την ένδεια του φωτός
και θα με ωθήσουν τα βλέφαρα να ανοίξω
και δια γυμνού οφθαλμού να δω και πάλι
τη διαύγεια των αυγινών οριζόντων
που ονειρεύτηκα.
Γνωρίζοντας καλά
πως αν υπάρξει πλήρης έλλειψη φωτός
από ένστικτο και μόνο επιβίωσης
θα το αναζητήσω
Περιμένω ακόμη την κατάρρευση.
Την κατάρρευση την ισοπεδωτική
να έρθει
Των άλλοτε πιο λατρευτών μου ειδώλων
εκείνη που θα γεννήσει μέσα μου
την επιθυμία της ανοικοδόμησης…
Γνωρίζοντας καλά, πως οι πιο σταθερές δομές
είναι αυτές που χτίζονται απάνω σε σαθρά εδάφη
κι απάνω σε χαλάσματα.
Έτσι ανέκαθεν γινόταν με τους πολιτισμούς
όσους κι αν γέννησε στο πέρασμά του
το ματαιόδοξο γένος των θνητών…
Περιμένω ακόμη τις λέξεις
Τις λέξεις τις κατάλληλες…
να μου δοθούν
Εκείνες που θα εκφράσουν τα πιο μεγάλα μου συναισθήματα
που στάσιμα εδώ κι αιώνες σκουριάζουν
σαν κοιτάσματα σιδήρου
κάτω απ’ το χώμα, κάτω από τους βράχους
που τα καταπλάκωσα….
Γνωρίζοντας καλά
πως όσο υπάρχουν κάπου μέσα μου ,
έστω θαμμένα, έστω ανέκφραστα
υπάρχει η ελπίδα να μετασχηματιστώ
κάποτε σε άνθρωπο
Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2009
περιμένω ακόμη
Αναρτήθηκε από
christos
στις
11:20 μ.μ.
2
σχόλια
Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2009
ακρίδες
Μεσάνυχτα και ταξιδεύεις με βλέφαρα κλειστά
πετώντας μες στη θάλασσα διαβήτη και πυξίδα
δε θες να ξέρεις αν νησί θα σου φανεί μπροστά
ή οι πέτρες οι αλληλόκρουστες που κλειούν την Προποντίδα
κι έωλος μέσα στου Αίολου τα δώδεκα παιδιά
αφήνεσαι και χάνεσαι δίχως να περιμένεις
πως ξάφνου από το πέλαγος θα αναδυθεί στεριά
και πάνω της μια εκκλησιά πως θα χει ασβεστωμένη
βουτάς μες στον εξαίσιο βυθό με μια αναπνιά
βγαίνεις στα κίτρινα ,πηχτά νερά έξω απ’ τη θήρα
βλέπεις καπνό να ανηφορεί στον ουρανό ψηλά
κι αντί να φύγεις λούζεσαι στη λάβα του κρατήρα
κι ύστερα παίρνεις να πετάς με κέρινα φτερά
στου ήλιου το δίσκο που ποτέ από κοντά δεν είδες
κι ως χαίρεσαι τη ζέστη του κάτω σου καθαρά
βλέπεις όσα σε τρόμαζαν μικρές, μικρές κουκίδες
θάβεις τα όσα ήθελες να ζήσεις μα δε ζεις
βάζοντας στο άδειο από φωνή μισάνοιχτο τους στόμα
κέρμα από άργυρο ακριβό που κάποτε είχες βρει
αρχαίο, που είχε ανάγλυφη πάνω του μια χελώνα
γράμματα ιερογλυφικά διαβάζεις φωναχτά
επάνω σε αιγυπτιακές από ήλεκτρο σφραγίδες:
«Όσα φοβάσαι πέρασαν , μα άλλα έρχονται μπροστά
Φυλάξου… φύσηξε νοτιάς, θα βρέξει πάλι ακρίδες»
Αναρτήθηκε από
christos
στις
10:02 μ.μ.
0
σχόλια
Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009
να μ'αγαπάς
Εμένα ν’ αγαπάς κι όταν θα λείπω
Μέχρι ν’ ανηφορίσει ο καιρός, να μ’ αγαπάς,
Και να συγκατανεύσει
Στο άγριο κάλεσμα του έρωτα
Και μέχρι μέσα από τις λέξεις μας
Να ανοιχτεί ένας καινούριος κόσμος
Όλος άνοιξη
Πατρίδα για όλους που αγαπήθηκαν.
Αιώνια, αδιάψευστη παντοτινή
Εμένα να αγαπάς κι όταν θα λείπω
Μέχρι να υπάρξει εκείνη η εποχή, να μ’ αγαπάς
Που θα γεννιόμαστε όποτε θέλουμε
Και θα πεθαίνουμε μόνο όταν παύουμε ν’ αγαπιόμαστε
Μέχρι που στην επιθυμία μας μπροστά
Υποκλιθεί ολάκερο το σύμπαν
Μέχρι να ανοίξει το στερέωμα
Και να εμφανιστεί το αργυρό διάδημα της σελήνης
Που συντρόφεψε τους έρωτες της εφηβείας μας…
Εμένα να αγαπάς κι όταν θα λείπω
Κι όταν θα είμαι στον παράδεισο να μ’ αγαπάς
Εκεί που θα με στείλει η πίστη στην αγάπη σου
Και μέχρι να ρθουν οι μέρες
Που τα σώματα δε θα τα χωρίζει μήτε κι η τάφρος του θανάτου
Και τα πελάγια χάσματα θα υποθάλπουν τα στεριανά μας όνειρα
Τα αιώνια, τα’ αδιάψευστα , τα παντοτινά
Εμένα ν’ αγαπάς κι όταν θα λείπω
Κι όταν θα είμαι μια απλή φωτογραφία να μ’ αγαπάς
Μέχρι να ρθει εκείνο το διάστημα του χρόνου
Που θα μπορούμε να αγγίξουμε ξανά
Τη σάρκα όσων έχουν φύγει
Μέχρι να δούμε πάνω πολύ και πέρα από την όρασή μας
Και να με θες δικό σου για μια, για δυο ζωές
Παντοτινά, μέχρι το άπειρο
Εμένα ν’ αγαπάς κι όταν θα λείπω
Με βλέφαρα κλειστά να με αφήνεις να σε οραματίζομαι
Ιδανική που γέννησες όσα δε σκέφτηκα ακόμη
Μέχρι να χτίσει τις αψίδες του ο ουρανός
Και να περάσουν από κάτω τροπαιοφόρα τα’ άστρα
Και μέχρι η λάμα του φεγγαριού διχοτομήσει
Την άτμητη νύχτα
Κι ο ήλιος δυναστεύσει στους κάμπους
Πάνω απ’ τα χόρτα που δεν κουράστηκαν να πρασινίζουν
Εμένα ν’ αγαπάς κι όταν θα λείπω
Μέχρι τα χελιδόνια να παύσουν να μεταναστεύουν να μ’ αγαπάς
Κι η θάλασσα να κουραστεί να κυματίζει
Μέχρι οι κρίνοι να σταματήσουν ν’ αναδίδουν λευκότητα
Και μέχρι οι κύκνοι να αρνηθούνε το νερό.
Εμένα ν’ αγαπάς, μονάχα εμένα
Μέχρι το άπειρο
Γιατί ανώτερος εγωισμός δεν είναι από του έρωτα
Αναρτήθηκε από
christos
στις
11:33 μ.μ.
0
σχόλια
Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2009
ο δεσπότης του Μορέως
Όταν εστάλη στο Μοριά να κυβερνήσει ο Μανουήλ
ήταν εικοσιτρίω χρονώ και κάτι
μα ήδη στην τέχνη του πολέμου έμπειρος
και της διοικήσεως βεβαίως
-άλλωστε αλλιώς γιατί να τον εμπιστευτεί ο Ιωάννης
και να τον στείλει
μες στην καθημαγμένη Πελοπόννησο
Δεσπότη-;
Μα δεν ανέμενε κανείς πως θα το κατορθώσει
μέσα σε λιγοστό καιρό να υποτάξει
κάτω απ’ το σκήπτρο του τους ντόπιους άρχοντες
που μέχρι τότε ανενόχλητοι λυμαίνονταν την ύπαιθρο
κι έπαιρναν τα γεννήματα της γης
σιτάρια και κριθάρια
κι ήταν πολύ εχθρικοί κι απρόθυμοι
στη νέα εξουσία του Μανουήλ
κι αντισταθήκανε με λύσσα περισσή στα σχέδιά του
Κι όταν το εκατόρθωσε κι εστέφθη εν δόξει και τιμή
Δεσπότης – πρώτος τον τίτλο φέρων- του Μορέως
πολλοί τον κατηγόρησαν πως θεμελίωσε την εξουσία
στα πτώματα απάνω των αντιφρονούντων του…
Κι εκείνος
-νομίζω ήταν στην τελετή των εγκαινίων
της νέας των ανακτόρων πτέρυγας -
γνωρίζοντας καλά τι λέγεται στα καλντερίμια του Μυστρά ,
πίσω απ’ την πλάτη του,
χαμογελώντας έσκυψε και είπε σιγανά
στ’ αυτί του πιο πιστού, του πιο υποτακτικού του ευνούχου:
«τώρα , μπορώ επιτέλους να πω με σιγουριά
πως θα μακροημερεύσω
ως δεσπότης του Μορέως»
Αναρτήθηκε από
christos
στις
11:28 μ.μ.
0
σχόλια
Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2008
διόλου μάταια
Στην κα Κατερίνα Κ.
Ποιος άνεμος να σε έφερε στη σκέψη μου απόψε;
εγώ εδώ καθόμουν όπως πάντα
φυλλομετρώντας οδηγόν αρχαιοτήτων
κι αναπολώντας περασμένα κλέη
και περασμένα σχέδια
ίσως ο αρχαίος λιτός ληνός
που είδα να ποζάρει , άθικτος σχεδόν
-κάποιοι από σίδερο δεσμοί στο πήλινό του σώμα
δεικνύουν μονάχα τις πληγές-
ή το τριβείο των ελαιών με τις βαριές μυλόπετρες
κι η πήλινη κυψέλη
να έφεραν στο μυαλό τα λόγια σου
για το κρασί, το λάδι και το μέλι…
σκέφτηκα:
Εσύ είσαι ακόμα εκεί κι όλο μετράς το χρόνο
μέσα απ’ τα χίλια μύρια θραύσματα του
αγγεία ακόσμητα ή γραπτά, να συγκολλάς
να αναστηλώνεις με την φαντασία σου
κατόψεις οικιών λειψές
προτείνοντας ποικίλες ερμηνείες.
Μα και εγώ –να ξέρεις - παρέμεινα εδώ
πάντα πιστός θιασώτης όσων ονειρεύτηκα.
κι αν σκέφτεσαι πως πρόδωσα το πάθος μου,
απατάσαι…
Το ίδιο ακόμη ασκούμε επάγγελμα κι οι δυο
κι ας μην το υποψιάζεσαι...
μόνο που τώρα
ανασκάπτω τον εαυτό μου
όλο και πιο βαθιά του αναζητώντας
το νόημα ίσως και αυτής της ύπαρξής του…
επώδυνα; Μπορεί…
αλλά διόλου μάταια
Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2008
θα θελα να βαφτίσω κάποια θάλασσα
Φέρνω στο νου μου το Αιγαίον Πέλαγος
από μια αυτοχειρία που ονοματίστηκε,
στη θέα ενός ιστίου που έδειχνε θάνατο
κι απ’ την δειλία του ανθρώπου στην απώλεια
μα εγώ , Θα θελα να βαφτίσω κάποια θάλασσα
Όχι με αίμα μα με την αγάπη μου
Που όπως θα κυματίζει και θα απλώνεται
Να φέρνει τ’ όνομά σου ως τα πέρατα
Φέρνω στο νου μου το Ικάριον Πέλαγος
από μια πτήση μοιραία που ονοματίστηκε
απ’ την αποκοτιά –φορές- της άγριας νιότης
Που φυλακές δε θέλει μήτε κι όρια….
μα εγώ , Θα θελα να βαφτίσω κάποια θάλασσα
Όχι με αίμα μα με την αγάπη μου
Που όπως θα κυματίζει και θα απλώνεται
Να φέρνει τ’ όνομά σου ως τα πέρατα
Φέρνω στο νου τη θάλασσα του Ελλήσποντου
Που από το πόντισμα της Έλλης πήρε τ’ όνομα
Από την ψευδαίσθηση του ανθρώπου πως μπορεί
με το φευγιό να αποφεύγει ως και τη μοίρα του…
μα εγώ , Θα θελα να βαφτίσω κάποια θάλασσα
Όχι με αίμα μα με την αγάπη μου
Που όπως θα κυματίζει και θα απλώνεται
Να φέρνει τ’ όνομά σου ως τα πέρατα…
Αναρτήθηκε από
christos
στις
10:03 μ.μ.
2
σχόλια
Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2008
αεί
Γηράσκω αεί αρνούμενος
την τάξη που συνέχει αυτόν τον κόσμο,
βαυκαλίζοντας τον εαυτό μου
με παραμύθια ψευδεπίγραφων επαναστάσεων
με προδιαγεγραμμένο τέλος:
«τάχα δε σκύβω σε ζυγό
τάχα δεν υποκύπτω»…
μέχρι να ρθει η αλήθεια
και να χτυπήσει δυνατά τις κόρες των ματιών μου
όπως η πόρπη η οξεία
που στέρησε το φως απ’ τον Οιδίποδα…
Γηράσκω αεί αναλογιζόμενος
δόξες παλιές – του πνεύματος κυρίως-
που αφέθηκαν ανέγγιχτες από την υλοποίηση
και νίκες τροπαιοφόρες από μάχες
που δεν διεξάχθηκαν ποτέ
(κι όμως εγώ πως γίνεται να φέρω τις πληγές τους;)
κι ακούω συχνά σε ώρες περίσκεψης
-που όσο περνούν τα χρόνια τόσο πληθαίνουν-
μέσα στα αυτιά μου να βουίζει κάποια θάλασσα
εκείνη που δεν πέρασα ποτέ μου,
η πιο βαθιά κι αλαργινή, κι η πιο γαλάζια απ’ όλες
Γηράσκω αεί απολογούμενος
όχι για όσα επιχείρησα να κάνω κι απέτυχα οικτρά
μα για όσα εν γνώσει μου – από ατολμία κυρίως
ή από μια ανερμήνευτη που με κατέχει συστολή-
παρέλειψα να επιχειρήσω ή και να πω.
και για όλες τις φορές – κι είναι πολλές
κι όλο περσότερες όσο περνούν τα χρόνια-
που έκρυψα μες στις απαλάμες μου το πρόσωπο
μη δω, να μη με δούνε
πιστεύοντας πως εθελοτυφλώντας
μπορώ να επιβιώσω και να τραβήξω εμπρός
γηράσκω αεί αποδεχόμενος
πως έχω απ’ τη ζωή ταχτεί
μόνο ν’ απολογούμαι ή και να κάνω αναδρομές
με λόγο άλλοτε πεζό κι άλλοτε σχεδόν ποιητικό…
και τώρα το μόνο που παρακαλώ
-όλο και πιο θερμά όσο περνούν τα χρόνια-
είναι να το ‘κανα τουλάχιστον καλά
σαν να εξαρτιόταν από αυτό
η σωτηρία ολάκερου του κόσμου…