Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009

για ένα σου νησί

Ποιος μ’ έριξε στον άγριο κι άξενο πόντο τούτο
της σάρκας προμηνύματα ποιος θάνατος της στέλνει
και ποιος της νύχτας τη σιωπή διχοτομεί και τέμνει
ακούω φωνές , ποιος τραγουδά, ποιος παίζει το λαγούτο

ποιος μέσ’ στης μνήμης την πλεκτή, να μ’ έπλεξε πλεκτάνη
ποια ανάγκη τάχα των ματιών για φως από το φως σου
μ’ ώθησε να οραματιστώ πως πάνω στο λαιμό σου
ακούμπησα ενώ καιρό πολύν έχω πεθάνει

και είπα: «σου πρέπουν πέλαγα να διαφεντεύεις χίλια
χίλιες παλίρροιες κι άμπωτες χίλιων βυθών πανίδα
εσένα δε σε γέννησε μια μάνα, μια πατρίδα
είσαι παντού : στο μέσα μου, στα μάγουλα στα χείλια

κι εσύ μου πικρογέλασες και μου πες: « ξεκουράσου
τα οράματα αληθινά βγαίνουν σαν τα πιστέψεις
αγάπη μην καταδεχτείς ποτέ να ζητιανέψεις
την μοναξιά σου νίκησε, τον πόνο καταράσου»

μα εγώ που δέθηκα σφιχτά με κόμπο που δε λύνει
σ’ έναν ιστό ν’ αναζητώ στ’ ανούσια την ουσία
θα ‘δινα τη Μεσόγειο κι όλη τη Μικρασία
για ένα μόνο σου νησί, μια Κω μια Μυτιλήνη …

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2009

θα επιστρέφω

άλλαξαν οι εποχές κι εγώ καθηλωμένος
στα ίδια πάντα, να ονειρεύομαι τα ίδια
σαν βασιλιάς παραμυθιού μαρμαρωμένος
που έχει στη σκέψη όσα δεν έκανε ταξίδια

Το σώμα μου βαριά απ’ το λάβδανο μυρίζει
ίσως σωθώ, κι αν δε σωθώ θα περιμένω
τριγύρω η νύχτα κύκλος άκεντρος γυρίζει
μα εγώ τη μνήμη σου κρατώ, πυρσό αναμμένο

τα βήματά μας που άλλοτε συμπορευτήκαν
ίχνη αφήσανε βαθιά στου νου την άμμο
κι είναι μοιραίο ,να ξέρεις, όσοι αγαπηθήκαν
να φτάνουν ως κι από το θάνατο πιο πάνω

Βάρυνε μέσα μου η ψυχή κι έγινε πέτρα
μα όπως βυθίζομαι στη θάλασσα , σου γνέφω
μέχρι το δέκα σιγανά σου λέω μέτρα
κι αν φύγω ως μνήμη πάντα πίσω θα επιστρέφω

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009

σ' όποιαν εποχή

σ’ ένα ιερό της Ίσιδος κάπου στις Θήβες
ως μ’ έλουζες στα σκοτεινά σ’ ένα λουτήρα
μου ‘πες μαζί θα ξεγελάσουμε τη μοίρα
κι ύστερα γίναμε στην άμμο πυραμίδες

καθώς τα χέρια μας σμιλεύαν του Φειδία
πα στη ζωφόρο τη λευκή του Παρθενώνα
μου πες θα σ’ αγαπώ ως τη δύση του αιώνα
και στην πεντελική αφεθήκαμε ακαμψία

Τη νύχτα που έσβηνε στη λήθη η Πομπηία
σ’ εναγκαλίστηκα φορά στερνή και πρώτη
μου ‘ταξες να μου δόσεις την αιώνια νιότη
κι ύστερα γίναμε δυο γύψινα εκμαγεία

σ’ είχα και πλάι μου, και μέσα και κοντά μου
μαζί μου σ’ όποιαν εποχή σ’ όποια πατρίδα
τώρα κοιμάμαι μοναχά με την ελπίδα
να ρθεις και στ’ όνειρο ν’ αγγίξεις τα μαλλιά μου

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009

ο τρελός

Εσένα που πριν γεννηθείς έπρεπε να σαι άνδρας
που μπόρεσες και γδύθηκες τη σάρκα που γερνά
και φόρεσες το πράσινο δέρμα της σαλαμάνδρας
να ξεγελάσεις τον καιρό που γρήγορα περνά

Σ’ είπαν τρελό μόνο επειδή ήθελες κάθε τόσο
να βγαίνεις και στου φεγγαριού να λούζεσαι το φως
που είπες μια μέρα: « το θεριό του χρόνου θα σκοτώσω
και μετά θάνατον θα βρω τρόπο εγώ να ζω»

Περνούσες απ’ τα σύννεφα τ’ ουράνιο άγγιζες τόξο
και κάθε π’ έβρεχε ήσουνα ένα με τη βροχή
και τους ανθρώπους ξέχναγες που σε πληγώναν τόσο
σε μια άνωση αφηνόσουνα του νου σου μαγική

«τι να την κάνω την ψυχρή- έλεγες - λογική σας
εγώ ‘χα γι’ άλλον ουρανό και γι’ άλλη γη πλαστεί
για σάς μετράει πιο πολύ η ύλη απ’ την ψυχή σας
δυο πιθαμές δεν σκέφτεστε θα πάρουμ’ όλοι γης»

και ένα πρωί το σώμα σου που βρήκε ξυλιασμένο
μέσα σ’ ένα χαρτόκουτο, κάποιος περαστικός
ένα χαμόγελο ήτανε στα χείλη σου αφημένο
σαν ένας προς το θάνατο στερνός σου χλευασμός

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009

δε μένω εδώ

Μου λες πως πρέπει να ανοιχτώ
και να νικήσω το θεριό
της μοναξιάς το δράκο
πως πρέπει να εγκατασταθώ
πάνω σε χώμα στερεό
πάνω σε βράχο

μου λες πως πρέπει να απλωθώ
να βγω εκεί έξω και να δω
πως ζούνε όλοι οι άλλοι
μα εγώ στα «πρέπει να και… να»
σου λέω: δε γυρνώ ξανά
στον κόσμο πάλι

γιατί δε μένω πια εδώ
είναι καιρός που έχω φύγει
σε σπίτι πάνω στο νερό
πλέω, δεν έχω σταθερό
τόπο, μα μήτε και θεό
να μ’ αποφύγει

μου λες πως πρέπει να σωθώ
να βρω μιαν άκρη να πιαστώ
κάποια στεριά ν’ αράξω
την ουτοπία μην κυνηγώ
κι απ’ τη θαλάμη μου να βγω
πολλά ν’ αλλάξω

μου λες πως πρέπει να πειστώ
πως δεν αξίζει να πετώ
με τα φτερά μου μόνο
μα εγώ στα πρέπει να και να
σου λέω δεν γυρνώ ξανά
πίσω στον κόσμο

γιατί δε μένω πια εδώ
είναι καιρός που έχω φύγει
σε σπίτι πάνω στο νερό
πλέω, δεν έχω σταθερό
τόπο, μα μήτε και θεό
να μ’ αποφύγει

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009

άγριες μνήμες

Χαμήλωσαν τα σύννεφα και βρέχει άγριες μνήμες
Θυμάμαι, σ’ είχα αγκαλιά κι ήσουν κλωνί από δυόσμο
Κοιμήσου έλεγα αγάπη μου μα κι αύριο μέρα είναι
Θα βγούμε τότε, και θα δεις , θα αλλάξουμε τον κόσμο

Και κράταες στην παλάμη σου τ’ ολόγιομο φεγγάρι
τα μάτια σου απύθμενοι βυθοί, γαλάζιου πόντου
κι έλεγα να γινότανε να μ’ έπαιρνες μακάρι
κει που ανταμώνουν οι γραμμές θαλάσσης κι οριζόντου

Ξαγρύπναε στην ανάσα σου το φύσημα του ανέμου
κι εγώ στις διαθέσεις του άφηνα όλα τα ιστία
Κι έλεγα φύσα αέρα μου κι όλο δυνάμωνέ μου
Και δε με νοιάζει να χαθώ , αρκεί να είσαι η αιτία

Χαμήλωσαν τα σύννεφα και βρέχει άγριες μνήμες
Ξημέρωσε κι όπως σκορπάς μαζί με το φεγγάρι
Μου λες : «κοιμήσου αγάπη μου μα κι αύριο νύχτα είναι
θα ρθω ξανά και θα με δεις, ο ύπνος σαν σε πάρει»