Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009

μέρα με την ημέρα

εξερευνώ τους βυθούς της ψυχής μου
σιγά - σιγά και συνετά
πηγαίνοντας όλο και πιο βαθιά
μέρα με την ημέρα
κι αναγνωρίζοντας ήττες, αδυναμίες ,οπισθοδρομήσεις
που μέχρι τώρα μόνο από πείσμα
αρνιόμουν να παραδεχτώ…
και δεν εκπλήσσομαι
γνωρίζω πια καλά πως η σοφία του μυαλού
είναι το αντίτιμο που δίνει ο χρόνος
αντί του ξεπεσμού που όλο οδηγεί τη σάρκα

κι ως ανιχνεύω την πορεία
που πήραν τα βήματά μου
ακολουθώντας μια νοητή γραμμή πλάι στη θάλασσα
την χαραγμένη ή παραχαραγμένη
από πριν , από άλλους,
από τα ίδια μου τα ίχνη
υποθέτω την ύπαρξή μου σ’ ένα άλλο χρόνο
πριν από σένα
και πριν από μένα ακόμη

κι ακούω τις λέξεις μου να λαχανιάζουν στον ανήφορο
τα λιγοστά ουσιαστικά μου
και τα πολλά άρρητα ρήματα μου
που είναι κλιτά μονάχα στον αόριστο
σ’ ένα τετελεσμένο δυστυχήν αόριστο
που μου στοιχειώνει το παρόν
μα που με κάνει μέρα με την ημέρα
όλο και πιο σίγουρο
πως κάποτε- τουλάχιστον- υπήρξα…

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2009

φύση μου άπληστη

Μια ζωή εδώ περιμένω
κάρβουνο ζεστό αναμμένο
μες στις στάχτες μου
να φυσήξει ένας αέρας
και να πάρει πέρα ως πέρα
τις απάτες μου

έχω λέει την εξουσία
κι οδηγώ την φαντασία
σε γη απάτητη
κλείνω τις σιωπές σε γυάλα
μες τα τόσα θέλω κι άλλα
φύση μου άπληστη!

διαφεύγω από μια θύρα
βλέπω φως από σπινθήρα
έτσι ανέλπιστα
βρίσκω ήθος μέσ’ τα αήθη
λήθη, μνήμη, μνήμη, λήθη
πως μπερδεύτηκα!

παίρνω του σεισμού το σείσμα
και στης σκέψης μου το κτίσμα
δίνω δόνηση
μήπως και από την συντέλεια
αρχινίσει απ’ τα θεμέλια
η αναδόμηση

πίνω το κρασί του Μίδα
κι ό,τι έζησα ό,τι είδα
παρανάλωμα
μ’ έπαρση κι αλαζονεία
ζω ξανά την εφηβεία,
το μεγάλωμα

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2009

γρήγορο νερό

μες στον καθρέφτη μου θολό
το ραγισμένο μου είδωλο
«δε μοιάζω απλά με σένα»
μου λέει με κάποιαν έπαρση
«εσύ ‘σαι εγώ κι εγώ είμαι εσύ
κι οι δυο μαζί κανένας»

τα αινίγματα μου τα πολλά
μαζί λυμένα κι άλυτα
στο νου πλέκουν πλεκτάνη
που πάω; ποιος είμαι; τι ζητώ;
ποιος μ’ αγαπά; ποιον αγαπώ;
μήπως έχω πεθάνει;

κι εσύ μου λες με φως πλαστό
τις νύχτες να φωταγωγώ
δάδες, πυρσούς, φανάρια
μέχρι να φτιάξω απ’ τα μισά
που βρήκα μα δε ένωσα
ολάκερα φεγγάρια

μα να προσμένω δεν μπορώ
εγώ είμαι γρήγορο νερό
στο αυλάκι κάποιου δρόμου
θέλω να τρέξω μακριά
και να χυθώ μ’ άλλα νερά
στις θάλασσες του κόσμου

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2009

απόκοσμος θίασος

Εδώ μες στον περίκλειστο που ασφυκτιώ λιμένα
στην αϋπνία της νυκτός, στην άπνοια της σιωπής
σκέφτομαι : όσα αγάπησα , ήταν καράβια ξένα
σταγόνες μιας απότομης κι εφήμερης βροχής

Τα είδωλα της νιότης μου κι αυτά επιχρυσωμένα
που όπως ξεφτίζουν φαίνεται ο ευτελής πηλός
κι εσένα βλέπω που ψηλά σ’ είχα, πάνω από μένα
μα έκρυβες όχεντρας ψυχή σε σώμα γυναικός

κι απάνω που έλεγα ζωή σ’ έζησα τώρα … γεια σου
κι είχα στις διαψεύσεις μου δοθεί αμαχητί
σαν ξάφνου απόκοσμου οι φωνές να με ξυπνούν θιάσου
και μια απαλή να ακούγεται στο βάθος μουσική

και θεατρίνοι γύψινα που φέρουν προσωπεία
με βήματα θεατρικά, σχεδόν χορευτικά
με παίρνουν κι όπως χάνομαι μέσα στην ουτοπία
δε σκέφτομαι μήτε το πριν μήτε και το μετά

κι από ψηλά όπως κοιτώ πατώντας στους κοθόρνους
τα πιο μεγάλα βάσανα μοιάζουν μηδαμινά
κι αποφασίζω κι εκχωρώ σκήπτρα, εξουσία, θρόνους
στη φαντασία που μαζί με μένα δε γερνά

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2009

ίσως σωθείς

κλείνω τα μάτια,
ο χρόνος τρέχει
πίσω δεν έχει
σ’ ότι περνά
τρέχουν οι μέρες
χιονίζει, βρέχει
κι όποιος αντέχει
τις προσπερνά

μα εγώ είμαι πάντα
λίγο πιο πίσω
που να τολμήσω
μπροστά να βγω
για μένα είναι
κάθε μου ίσως
κάθετο ύψος
προς το κενό

κλείνω τα στόρια
το φως σκοτώνει
ως φανερώνει
τα σκοτεινά
μόνος μου μ’ ένα
μονό σεντόνι
ψάχνω μπαλκόνι
κάποια αγκαλιά

μα όλο προσθέτω
στη σκόνη ,σκόνη
στο χιόνι , χιόνι
κι όλο απορώ
το φως που πάει
όταν νυχτώνει
πως ξημερώνει
στον ουρανό

Θνητή μου σάρκα,
φριχτή μου αιγίδα
είσαι παγίδα Θανατερή
έρμαιο στου χρόνου
την καταιγίδα
μα υπάρχει ελπίδα
κι ίσως σωθείς

μακάρι

Όσοι έχουνε αντί ψυχή, μαύρο σκληρό γρανίτη
επιβιώνουν –σου ‘λεγαν- σε τούτο τον καιρό
τους πίστεψες και πιάστηκες στο ίδιο σου το δίχτυ
πνίγοντας σε μια κουταλιά τα αισθήματα νερό

Και ξάφνου είδες γύρω σου να συνωθούνται χίλιοι
άνθρωποι που κατάσαρκα το δέρμα είχαν φιδιού
κυνέρωτες με κόκκινα νύχια μαλλιά και χείλη
η λάμψη που τους κάλεσε του δολερού χρυσού

σαν την προπαίδεια έμαθες καλά να προσποιείσαι
ντυμένος στης ευτέλειας τα ρούχα τ’ ακριβά
ότι έχεις είσαι …κι όχι πια ότι στ’ αλήθεια είσαι
μα μέσα σου φριχτό κενό νιώθεις καμιά φορά

είναι τις νύχτες που το φως σου ρίχνει το φεγγάρι
που της συνείδησης η ηχώ μέσα σου ξαγρυπνά
και λες ας ήμουν άνθρωπος για μια στιγμή μακάρι
να αγάπαγα, να αγαπηθώ λιγάκι αληθινά

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009

σκυτάλη

Στην κοίτη του μεγάλου ποταμού
ολόιδιες όλες της βροχής οι στάλες
κι εγώ ένα απ’ τ’ αστέρια τ’ ουρανού
που έχω ακόμη εμπρός μου νύχτες κι άλλες

Δεν με φοβίζει του καιρού η ορμή
τον θάνατο τον έχω ξεπεράσει
και χαίρομαι που σε σαθρό κορμί
κρύβω ψυχή που αρνείται να γεράσει

Μπροστά μου είναι ακόμη τα πολλά
λέω μέσα μου, κι ας με χωρίζει τείχος
απ’ όλα όσα ήθελα …αλλά
η τόλμη μου όλη κι όλη ένας στίχος

δεν θλίβομαι που βράδιασε νωρίς
που νύχτωσε καθόλου δε με νοιάζει
κι αφήνομαι στα χέρια σου χωρίς
η αγάπη τώρα πια να με τρομάζει

σοφότερος να γίνομαι; Μπορεί
που σκέφτομαι : «υπάρχει μέλλον» πάλι
που βλέπω απ’ το σκοτάδι, της αυγής
το φως, να παίρνει πάλι τη σκυτάλη