Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

επιπλέον απομάκρυνση

άλλος ένας κρίκος από την αλυσίδα
αποσυνδέθηκε προσφάτως.
όχι αίφνης, αναμενόταν από καιρό η θραύσις του
εξ’ αιτίας των πολλών χρόνων επικαθήμενης σκουριάς
ανάμεσα στα οστά, πάνω στη σάρκα…
μετρίως ελυπήθηκαν οι οικείοι
"ήταν η ώρα του να φύγει", είπαν άλλοι
όμως εγώ, νιώθω να απομακρύνομαι κι άλλο απ’ το Αδάμ
κι απ’ ότι με συνδέει ακόμη με τον παράδεισο
και με τη συναίσθηση των ανθρώπων
πως είναι εφήμερα ποιήματα πηλού…

κι η ιδέα πως σε λίγο εγώ θα αποτελώ
τον κρίκο τον επισφαλή , της επιπλέον απομάκρυνσης
και το ενδεχόμενο να λυπηθούν – έστω μετρίως- οι προσφιλείς μου,
με κάνει να το σκέφτομαι
πως πρέπει να προσπαθήσω να μείνω αθάνατος
όχι ως προς τη σάρκα, δεν αυταπατώμαι
μα ως προς τις μνήμες που θα φέρνουν στο μυαλό τους
οι άνθρωποι που αγάπησα πολύ
και μ’ αγαπήσαν…

Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2011

δεν τους εμπόδισα

εξασκημένος να βλέπω κάτω απ’ τα ορατά
-ετούτο είναι το ξαντίμεμα του χρόνου
για όσα μου στέρησε -
μπορώ να διακρίνω τις προθέσεις των ανθρώπων
και τον φθόνο να συλλαμβάνω τον αδιόρατο
να ελλοχεύει πίσω απ’ τις κόρες των ματιών τους
όπως η νύχτα πίσω απ΄ την ανατολή
και να οσμίζομαι από απόσταση, την παρουσία της εξαπάτησης.
Ο αέρας ,βλέπεις ,γύρω από αυτούς που θέλουν το κακό
μυρίζει παράξενα

έμαθα να διαβάζω από νωρίς κι από μακριά
τα χείλη όλων εκείνων που συναλλάσσονται
χαμηλοφώνως κι εν κρυπτώ με το άδικο
να διαβλέπω μέσα στις παλάμες τους τα αόρατα ίχνη
που άφηνε πάντα η ανταλλαγή βρώμικων νομισμάτων
και κάτω απ’ τα ψιμύθια του προσώπου τους
να διακρίνω ευκρινώς τα ανερυθρίαστα μάγουλα τους…

όμως, δεν τους εμπόδισα ποτέ…
τοιχογραφία υπήρξα πάντοτε Αγίου
που ενώ υπέμεινε μαρτύρια φριχτά για να υπερασπιστεί
την πίστη του, κατόπιν λούφαξε για αιώνες
κάτω από στρώσεις δώδεκα ασβέστη
για να χαρεί την έπαρση της αγιότητάς του…
μα πόσο απέχει αυτό απ’ την αγιότητα!

Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011

γνώριμη σιωπή

ετούτη η χρησμική σιωπή, η βαριά
που απλώθηκε σαν αίφνης στο δωμάτιο
χαράζει απάνω στο νωπό πηλό με μια αιχμηρή γραφίδα
τα ιδεογράμματα των επιθυμιών μας των ανευώδοτων
και των ονείρων μας τα ονόματα ένα- ένα
σαν προσκλητήριο στρατιωτών απόντων
που επιτέλεσαν στο ακέραιο το χρέος τους
έστω κι αν δεν κατάφεραν την νίκη

δεν ήταν λίγο που κράτησαν ζωντανή την θέλησή μας
κι ακόρεστη τη δίψα για τη ζωή
που μας οδηγούσε να αναζητήσουμε πολλές φορές
τις αναβλύζουσες γλυκές πηγές
οδοιπορώντας όποτε χρειάστηκε
ακόμη και στην έρημο,
ακόμη και στις ξέρες τις θαλασσινές τις απομονωμένες
για να ξορκίσουμε την ανομβρία των καιρών…

ετούτη η ταφική σιγή η βαριά
που απλώθηκε σαν αίφνης στο δωμάτιο
γνώριμη μου είναι και δεν την φοβάμαι
είναι η σιγή που προηγείται πάντοτε της σκέψης μου
και των αναδρομών μου…

Δευτέρα 3 Μαΐου 2010

μοιραίες πτώσεις

Πολλές φορές στης μόνωσης την άγρια παγίδα
σαν να σαλεύει το μυαλό, σαν να νικά τον πόνο
και βρίσκομαι μια ολόχρυση φορώντας προσωπίδα
μαζί με εκείνους να πετώ που νίκησαν το χρόνο

βλέπω της Έλλης το κορμί ν’ αφήνεται σαν φύλο
πάνω απ’ τα καταγάλανα ύδατα του ελλησπόντου
κι ακούω να λέει: «τουλάχιστον προσπάθησα να φύγω
λες κι είναι δυνατή η φυγή τ’ ανθρώπου απ’ το γραφτό του

κι ακολουθώ τον Ίκαρο στην πτήση του θανάτου
να λέει: «Ικάριο δέξου με στο γαλανό σου βάθος
απ’ ότι χρόνια μ’ έδενε στα στέρεα του χωμάτου
ξέφυγα, κι ας με τη ζωή πληρώνω αυτό το λάθος»

βουίζει προς τη θάλασσα ως ρέει ο πυριφλεγέθων*
και με το βλέμμα ακολουθώ μι’ ακόμη εφήβου πτώση
νεύμα μου κάνει από ψηλά ως φλέγεται ο Φαέθων
«να σ’ είχα πρώτα» , μουρμουρά, «ολόστερνή μου γνώση»

μοιραίες πτώσεις… που έβαψαν με κόκκινο τους μύθους
έρχονται και ξανάρχονται, και λέω με το μυαλό μου:
«ας ήταν να ‘πεφτα κι εγώ στο βάθος της αβύσσου
μα ας πρόφταινα τουλάχιστον να δω τον ουρανό μου»

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

φιλώ το χρόνο

τα χρόνια μου τα πέρασα
μεγάλωσα , και γέρασα
χωρίς καλά -καλά να καταλάβω
μέσα μου όλα αμέρωτα
και μια ψευδαίσθηση έρωτα…
τι άλλο πια να ζήσω θα προλάβω;

τα νιάτα μου αλλιώτικα
άγνοια κι αθωότητα
μιαν αίσθηση θαρρείς αθανασίας
δίχτυ η ζωή και μπλέχτηκα
μετά, κι όμως το δέχτηκα
να γίνω θύμα της αυτογνωσίας

η νύχτα άγρια γύρα μου
μα αντί να κλαίω τη μοίρα μου
σ’ ένα βασίλειο ολότελα δικό μου
ντυμένος στην πορφύρα μου
και με σπαθί την πείρα μου
μόνος μου λέω θα φτιάξω το γραφτό μου

με τα φτερά του λόγου μου
πετώ στου παραλόγου μου
τον ουρανό, αντίθετα από νόμο
βιτσιά δίνω του αλόγου μου
τον προαιώνιο φόβο μου
νικώ και σκύβω και φιλώ το χρόνο

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2010

σαν αγαπάς

σου χα ‘χαρίσει μια παλίρροια … θυμάσαι;
κι εσύ μου χες χαρίσει δυο μικρά κοχύλια
τον χρόνο σου χα πει καρδιά μου μη φοβάσαι
θα σ’ αγαπώ τι κι αν περάσουν χρόνια χίλια

σου ‘χα περάσει στα μαλλιά ένα αστερία
και σου χα πει: «είσαι η χαμένη μου Ατλαντίδα»
σε παραλία , ποια; … δεν έχει σημασία
σαν αγαπάς ειν’ όλοι οι τόποι μια πατρίδα

σ’ είχα ένα ήλιο που βυθίζονταν κεράσει
κι είδαμε το φεγγάρι ολόφωτο να βγαίνει
το φως του είχαμε στα δυο, οι δυο μοιράσει
σαν αγαπάς ότι μοιράζεσαι αυγαταίνει

σου χα χαρίσει τη μεσόγειο, θυμάσαι
και συ ολάκερο μου χάρισες το Ιόνιο
«ψυχή μου» , μου χες πει, « το χρόνο μη φοβάσαι»
σαν αγαπάς ό,τι αγαπάς μένει αιώνιο

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2009

βλέμματα λοξά

βλέμματα λοξά
σ’ ότι πεθαίνει άδοξα
ρίχνω τις νύχτες που ο χρόνος σταματά
κι όσα είχα απωθήσει μες στης μνήμης τα κελιά
βγαίνουν και σμίγουνε καινούρια και παλιά

μέσα στο μυαλό
μέσα σε σπήλαιο άσπιλο
πλάι στο ποτάμι με το ακοίμητο νερό
έχω εκεί κρυμμένο κάτι που το νοσταλγώ
μια αγάπη που δεν κράτησε πολύ καιρό

βλέμματα λοξά
στου κόσμου τα παράδοξα
ρίχνω τις νύχτες που η ψυχή μου αλυχτά
που δεν υποφέρει πια να ζει μες στον πηλό
μα θέλει λέει να περπατά γιαλό- γιαλό…

πίσω απ’ τα ορατά
θωρώ θεριά θεόρατα
και το θεό με το ένα μάτι να κοιτά
κάθε του ματιά , μέσα μου δίκοπη σπαθιά
για όσα δεν έκανα και έκλαψα μετά…