Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

κι αν ονειρεύτηκες

έχτιζες τριίστιο σκαρί να ρίξεις στο νερό
τα ύφαλα του άλειφες πηχτή και μαύρη πίσσα
και με το κιάλι κοίταζες αν έρχεται καιρός
πλανίζοντας τις κουπαστές για να τις φέρεις ίσα

στόλιζες τα κατάρτια του με φώτα λαμπερά
για να θωρούν από μακριά τα’ άλλα πως φεύγεις πλοία
-που νόμιζαν πως ήσουνα φτιαγμένος για στεριά -
και πως ταράσσεις τα νερά της θάλασσας τα λεία

μα σκιάζεσαι το άγνωστο, και το σκαρί πουλάς
καμία ,λες, δεν σε καρτερεί , πατρίδα ή Πηνελόπη
το πλήρωμα στασίασε, δεν του έταξες πολλά
και η ψυχή σου δείλιασε, κι έφυγε πρώτη- πρώτη

κι αν ονειρεύτηκες στεριές, ξένες και μακρινές
ακτές που θαμποφαίνονται μες στην αυγής το χρώμα
φαίνεται σ’ έταξε η ζωή μην κινηθείς ποτές
μα να στεριώσεις στ’ άγονο κι ανθρωποφάγο χώμα