Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

διόλου μάταια

Στην κα Κατερίνα Κ.


Ποιος άνεμος να σε έφερε στη σκέψη μου απόψε;
εγώ εδώ καθόμουν όπως πάντα
φυλλομετρώντας οδηγόν αρχαιοτήτων
κι αναπολώντας περασμένα κλέη
και περασμένα σχέδια

ίσως ο αρχαίος λιτός ληνός
που είδα να ποζάρει , άθικτος σχεδόν
-κάποιοι από σίδερο δεσμοί στο πήλινό του σώμα
δεικνύουν μονάχα τις πληγές-
ή το τριβείο των ελαιών με τις βαριές μυλόπετρες
κι η πήλινη κυψέλη
να έφεραν στο μυαλό τα λόγια σου
για το κρασί, το λάδι και το μέλι…

σκέφτηκα:
Εσύ είσαι ακόμα εκεί κι όλο μετράς το χρόνο
μέσα απ’ τα χίλια μύρια θραύσματα του
αγγεία ακόσμητα ή γραπτά, να συγκολλάς
να αναστηλώνεις με την φαντασία σου
κατόψεις οικιών λειψές
προτείνοντας ποικίλες ερμηνείες.

Μα και εγώ –να ξέρεις - παρέμεινα εδώ
πάντα πιστός θιασώτης όσων ονειρεύτηκα.
κι αν σκέφτεσαι πως πρόδωσα το πάθος μου,
απατάσαι…
Το ίδιο ακόμη ασκούμε επάγγελμα κι οι δυο
κι ας μην το υποψιάζεσαι...
μόνο που τώρα
ανασκάπτω τον εαυτό μου
όλο και πιο βαθιά του αναζητώντας
το νόημα ίσως και αυτής της ύπαρξής του…
επώδυνα; Μπορεί…
αλλά διόλου μάταια

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008

θα θελα να βαφτίσω κάποια θάλασσα

Φέρνω στο νου μου το Αιγαίον Πέλαγος
από μια αυτοχειρία που ονοματίστηκε,
στη θέα ενός ιστίου που έδειχνε θάνατο
κι απ’ την δειλία του ανθρώπου στην απώλεια

μα εγώ , Θα θελα να βαφτίσω κάποια θάλασσα
Όχι με αίμα μα με την αγάπη μου
Που όπως θα κυματίζει και θα απλώνεται
Να φέρνει τ’ όνομά σου ως τα πέρατα

Φέρνω στο νου μου το Ικάριον Πέλαγος
από μια πτήση μοιραία που ονοματίστηκε
απ’ την αποκοτιά –φορές- της άγριας νιότης
Που φυλακές δε θέλει μήτε κι όρια….

μα εγώ , Θα θελα να βαφτίσω κάποια θάλασσα
Όχι με αίμα μα με την αγάπη μου
Που όπως θα κυματίζει και θα απλώνεται
Να φέρνει τ’ όνομά σου ως τα πέρατα

Φέρνω στο νου τη θάλασσα του Ελλήσποντου
Που από το πόντισμα της Έλλης πήρε τ’ όνομα
Από την ψευδαίσθηση του ανθρώπου πως μπορεί
με το φευγιό να αποφεύγει ως και τη μοίρα του…

μα εγώ , Θα θελα να βαφτίσω κάποια θάλασσα
Όχι με αίμα μα με την αγάπη μου
Που όπως θα κυματίζει και θα απλώνεται
Να φέρνει τ’ όνομά σου ως τα πέρατα…

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2008

αεί

Γηράσκω αεί αρνούμενος
την τάξη που συνέχει αυτόν τον κόσμο,
βαυκαλίζοντας τον εαυτό μου
με παραμύθια ψευδεπίγραφων επαναστάσεων
με προδιαγεγραμμένο τέλος:
«τάχα δε σκύβω σε ζυγό
τάχα δεν υποκύπτω»…
μέχρι να ρθει η αλήθεια
και να χτυπήσει δυνατά τις κόρες των ματιών μου
όπως η πόρπη η οξεία
που στέρησε το φως απ’ τον Οιδίποδα…

Γηράσκω αεί αναλογιζόμενος
δόξες παλιές – του πνεύματος κυρίως-
που αφέθηκαν ανέγγιχτες από την υλοποίηση
και νίκες τροπαιοφόρες από μάχες
που δεν διεξάχθηκαν ποτέ
(κι όμως εγώ πως γίνεται να φέρω τις πληγές τους;)
κι ακούω συχνά σε ώρες περίσκεψης
-που όσο περνούν τα χρόνια τόσο πληθαίνουν-
μέσα στα αυτιά μου να βουίζει κάποια θάλασσα
εκείνη που δεν πέρασα ποτέ μου,
η πιο βαθιά κι αλαργινή, κι η πιο γαλάζια απ’ όλες

Γηράσκω αεί απολογούμενος
όχι για όσα επιχείρησα να κάνω κι απέτυχα οικτρά
μα για όσα εν γνώσει μου – από ατολμία κυρίως
ή από μια ανερμήνευτη που με κατέχει συστολή-
παρέλειψα να επιχειρήσω ή και να πω.
και για όλες τις φορές – κι είναι πολλές
κι όλο περσότερες όσο περνούν τα χρόνια-
που έκρυψα μες στις απαλάμες μου το πρόσωπο
μη δω, να μη με δούνε
πιστεύοντας πως εθελοτυφλώντας
μπορώ να επιβιώσω και να τραβήξω εμπρός

γηράσκω αεί αποδεχόμενος
πως έχω απ’ τη ζωή ταχτεί
μόνο ν’ απολογούμαι ή και να κάνω αναδρομές
με λόγο άλλοτε πεζό κι άλλοτε σχεδόν ποιητικό…
και τώρα το μόνο που παρακαλώ
-όλο και πιο θερμά όσο περνούν τα χρόνια-
είναι να το ‘κανα τουλάχιστον καλά
σαν να εξαρτιόταν από αυτό
η σωτηρία ολάκερου του κόσμου…

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2008

σε χρόνο αόριστο

Οι επιθυμίες μου ,όλες τους, είχαν κάτι ψηλόλιγνα κορμιά
τόσο που η κώμη τους άγγιξε -κάποτε-
τη φωτεινή πορεία των άστρων,
τα δάχτυλά τους χάιδεψαν τις παρειές
της ρόδινης σελήνης
τα μάτια τους κοιτάξανε κατάματα την αισιοδοξία
κι εναγκαλίστηκαν ,παράτολμα ,το αδύνατο
κι είχαν τη σάρκα γυναικός αγαπημένης
τόσο, που κάποιες νύχτες νόμισα πως ήμουν
ξανά μωρό στην αγκαλιά της μάνας μου
κι άλλη φορά πως άγγιξα το στήθος κάποιας,
παράφορα όμορφης, και ποθητής ερωμένης.

Ω! τι γινήκατε τώρα που ο άνεμος σπρώχνει κατά δω τις λύπες;
και που είναι τα παρήγορα λευκά σας χέρια
να αναστήσουν το θρίαμβο της νιότης που αποσύρεται
σαν κουρασμένη άνασσα απ’ τις πολλές τις κολακείες
και τα ψέματα;
Που είναι οι ανταμοιβές που υποσχεθήκατε στη σάρκα μου και στην ψυχή μου
όταν σας ενθρόνιζα εν δόξει και τιμή
βάζοντας μες στις απαλάμες σας σκήπτρα νοερά
από χαλκό και κεχριμπάρι ατόφιο
και στα μαλλιά σας στεφάνια από μυρτιές
κι από γαλάζια κύματα;

Βραδιάζει. Κι όπως αποσύρεται το φως
κι ακροβατώ στις αιχμηρές παραδοχές της συνείδησης
μια λύπη συνεπαίρνει τα μάτια μου αδάκρυτη:
Ανένδοτα τα χρόνια που δεν οπισθοδρομούν
και που εγώ, ασυναίσθητα ολισθαίνω προς το άπειρο
γράφοντας αδυσώπητες γραφές
μια ελληνικές και μια φριχτά – φριχτά βαρβαρικές
κι όλες σε χρόνο –δυστυχώς- αόριστο

Σάββατο, 3 Μαΐου 2008

αν

Αν κατείχα την τέχνη της μεταμορφώσεως
όχι της ψεύτικης και της απατηλής
που κάμνει τους ηθοποιούς για άλλους να περνιούνται
πίσω από προσωπεία γύψινα
ή κάτω από ψιμύθια διάρκειας εφημέρου,
θα μεταμορφωνόμουν –δίχως άλλο - σε οξυγόνο.
Να εισβάλλω λάθρα κι ανεπαίσθητα
στα στήθη μέσα νεαρών παιδιών
να αποκρυπτογραφώ τους χτύπους της καρδιάς τους
όπως δονείται όπως πάλλεται απ’ τον έρωτα.
κι έτσι αόρατος κι αόριστος
ίσως και να μάθαινα επιτέλους τους ανθρώπους…

Αν γνώριζα την τέχνη της μετακινήσεως
όχι εκείνη των ταχυδακτυλουργών
που είναι ικανοί να αλλάζουν θέση στα αντικείμενα
με τη βοήθεια ράβδων ή λέξεων μαγικών,
θα έφερνα τους ανθρώπους μπροστά
στη πιο σαρωτική θέαση: του θανάτου.
διδάσκοντάς τους την απόλυτη εξίσωση
κι ίσως συναισθανθούν τότε μονάχα κι έτσι
τη ματαιότητα να ζουν θηρεύοντας την ύλη

Αν είχα τη δυνατότητα μιας μόνο προσευχής
ή αιτήσεως μιας χάρης από έναν παντεπόπτη αόρατο θεό
τώρα που έχω συνειδητοποιήσει την ουσία των πραγμάτων
κι έχω ιεραρχήσει μέσα μου πόθους και πάθη
θα ‘λεγα με πλήρη επίγνωση:
«Βοήθησέ με να μη δω ποτέ ό,τι φοβάμαι
κι ό,τι μπορεί να αντέξει ετούτη η ψυχή
και τούτο το κορμί,
μη, μη μου τα στέλνεις κύριε…»

Τρίτη, 29 Απριλίου 2008

με δίχως σώμα

Ρίχνω ένα βλέμμα στον καθρέφτη μου αδιάκριτο.
Πόσο με αλλάξανε τα χρόνια που περάσαν
και σ’ ό,τι καθρεφτίζεται και σ’ ό,τι όχι!
Τόσο που έχω ξεχάσει πλέον τα παλαιά μου πρόσωπα
-Μάσκες που υπηρέτησαν εφήμερα άλλους ρόλους:
της εφηβείας, της νεότητας, της άνδρωσης της πρώτης-
σε βεστιάρια μέσα σκοτεινά
ή στα άληστα τα ερμάρια της μνήμης…

μονάχα κάποιες νύχτες
-ωστόσο λιγοστές όσο περνούν τα χρόνια-
ωσάν να αναθυμούνται λες την παλαιάν ακμή τους
παίρνουν σε παραστάσεις μέρος ψευδαισθήσεων
σε θέατρα γεμάτα με θεατρόφιλο κενό
και πόθους πόθων,
με πειστικότητα ερμηνεύοντας περίσσια
ρόλους μιας άλλης εποχής
που δεν υπήρχε υποψία ματαιώσεως
μονάχα μεγαλόπνοα όνειρα:
της εφηβείας, της νεότητας, της άνδρωσης της πρώτης.
Μόνα τους όμως,
προσωπεία κενά, με δίχως σώμα…

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2008

άνωση

θυμίζουνε οι μέρες μου,
έτσι ως περνούν βαδίζοντας η μια πίσω απ’ την άλλη,
σμήνος πουλιών που αποδημούν
από ένστικτο ,θαρρείς, ή από ανάγκη
γυρεύοντας αλλού το ακμάζον έαρ…
κι εγώ σαν θεατής
ή σαν μαθητευόμενος ακόμη οιωνοσκόπος
ν’ ακολουθώ μια τα δεξιά,
μια τα ζερβά πετάγματά τους
με την κρυφήν επιθυμία στο στήθος
να προπορευτώ –οποία αλαζονεία!-
του παρόντος μου….

κι είναι φορές που καταφέρνω να αφεθώ
στα στιβαρά μπράτσα της φαντασίας
-της μόνης ικανής να μεταβάλλει
τη μονιμότητα της θέας των ματιών μου-
τόσο που να μπορώ ακόμη και μέσα από τούτο το δωμάτιο
με τα απαράλλαχτα έπιπλα
και τις φωτογραφίες των νεκρών
που επαιτούν ανάμνηση
σε θλιβερή παράταξη τριγύρω,
να ατενίζω τη γαλάζια θάλασσα…

και τόσο η ψευδαίσθησή μου
μοιάζει ,φορές, αληθινή
που νιώθω ελαφρύς πολύ, σχεδόν αιθέριος
να επιπλέω, να αναπνέω, να σώζομαι
ωθούμενος θαρρείς στην επιφάνεια
απ’ τη μυστήρια άνωση της ποίησεως


Β' έπαινος στον ποιητικό διαγωνισμό του δήμου Ηρακλείου Κρήτης...

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2008

λερναίες μνήμες

Όλες μου οι μνήμες αποδείχτηκαν λερναίες
με τους λαιμούς τους τεντωμένους
έτοιμες για αποκεφαλισμό
απ’ τη ρομφαία του χρόνου.
Μα δόλιες πολύ, οι πιο πολλές τους
γνωρίζοντας καλά- εγώ αγνοώντας
την ικανότητα πολλαπλασιασμού τους
υπό την έλλειψη φωτός…

Κι έτσι τα λάθη μου επανέρχονται εις διπλούν
με προσωπεία φριχτά, γλώσσες φιδίσιες
σε κάθε του μυαλού μου αναδρομή,
σε κάθε του δωματίου μου συσκότιση.
Κι είναι τα πιο πολλά από αυτά
-μπορώ να τ’ αξιολογήσω τώρα
με τη σοφία της επίγνωσης-
πράξεων παραλείψεις ή αρνήσεις ηδονών…

Οπλίζομαι με θάρρος αμνησίας.
Θα κάψω λέω μέσα μου το της τομής σημείον
καυτηριάζοντας καλά την αναγέννηση τους
-άλλωστε ο άθλος τούτος έχει προηγούμενο-
κι έτσι ήσυχος θα κοιμηθώ απόψε…
μονάχα ένας μύχιος φόβος
βαθιά ελλοχεύει μες τα μάτια μου:
μήπως ετούτο το ξεκλήρισμα , ετούτη η σφαγή
αποτελέσει αργότερα ,το μέγιστό μου λάθος…

Παρασκευή, 11 Απριλίου 2008

ένα παιδί

Ένα παιδί με κοίταξε ολόισια στα μάτια
και σαν να κλώτσησε μια μπάλα ενοχής
ίσα κατά το τζάμι της αμεριμνησίας μου.
Τα χέρια του δυο σφιχτές θηλιές στο λαιμό μου.
Τα μάτια του δυο καρφιά στις παλάμες μου,
με αφύπνισαν σαν από ένα αιώνιο λήθαργο
κι ένιωσα έξαφνα την ψυχή μου ολόγυμνη
να περπατά απάνω σε γυαλιά
απάνω σε καρφιά και σε ξυράφια…

Την ώρα που με ρώταγε
«τι κόσμο μου κληροδοτείς, τι κοινωνία»;
Εγώ έριχνα τα μάτια μου βαριά πάνω στο χώμα
μην τύχει και συναντηθούν μοιραία με τα δικά του
και σώπαινα από ένοχη ντροπή
προφασιζόμενος ότι ποτέ μου δε διδάχτηκα
το έναρθρο προνόμιο του ανθρώπου…

ένα παιδί με αγκάλιασε με θέρμη
τα χέρια του δυο φυλλωμένα κλήματα υποσχόμενα καρπό.
τα μάτια του δυο περιστέρια ιπτάμενα
πάνω από την εγκατάλειψή μου
κι ένιωσα ένα ηφαίστειο αισθημάτων να ξυπνά
με κρότο αναταράσσοντας τα έγκατά μου
κι άφησα να με πάρει ετούτη η έκρηξη
και να οδηγήσει στην πυρά τον εγωισμό μου
κι άφησα την ψυχή μου να οδηγηθεί οικειοθελώς
στην πλήρη αποκόλλησή της από τον εαυτό μου.
τι ανώτερο συναίσθημα άλλωστε από αυτό
μπορεί ποτέ θνητός κανείς να νιώσει;

Πέμπτη, 3 Απριλίου 2008

συνομωσία των περιστάσεων

Όλα τα είχα υπολογίσει με ακρίβεια χιλιοστού,
δευτερολέπτου
παλιά, όταν κατάστρωνα τα σχέδιά μου:
που θα πατήσω, που θα ανέβω, τι θα επιδιώξω
κι είχα θεσπίσει ήδη τις επινίκιες γιορτές
κι είχα διατάξει, αψίδων οικοδόμηση
για να περάσει εν πλήρει παρατάξει
η θριαμβική πομπή,
κι είχα προσωπικά επιμεληθεί ανέγερση κογχών
να φιλοξενηθούν σε μέρος σκιερό
τα αστραφτερά τα τρόπαια των μαχών μου…

έπραξα δηλαδή ανεξαιρέτως ό,τι άρμοζε
σαν ένας απ’ τους ματαιόδοξους θνητούς
που υπολογίζουν με ακρίβεια χιλιοστού,
δευτερολέπτου
μα δίχως να έχουν κατά νου τους το απροσδόκητον
μήτε και υπόνοια για την αισχρή καμιά φορά
συνομωσία των περιστάσεων…

Τρίτη, 1 Απριλίου 2008

ας περιμένω

Πενθώ για όλες τις μέρες που είναι να ρθουν.
Όχι γιατί έχω χάσει την ελπίδα μου στο μέλλον
-ποτέ μου δεν υπήρξα απαισιόδοξος
όσο κι αν δείχνει το αντίθετο η ποίησίς μου-
αλλά γιατί καλά γνωρίζω πως η αντοχή μου πια
απέναντι στις θλίψεις, έχει λιγοστέψει
τόσο που σκέφτομαι καμιά φορά
πως όσο ίσως γερνώ
πιότερο γίνομαι άνθρωπος….

Στρέφω το βλέμμα μου μακριά σαν από ένστικτο
-είναι επικίνδυνο πολύ να βλέπω μόνο εντός μου-
και να ! κάτι κιτρινωπά λουλούδια
αυτοφυή σε διπλανό ερείπιον κτίσμα
κι ας είναι απλά επισφράγιση της εγκατάλειψής του,
με κάνουν αυτομάτως να σκεφτώ
ξανά την άνοιξη
σε μια εποχή που είχα διαγράψει
την ύπαρξη ή την πιθανότητα
ξανά της έλευσής της…

ας περιμένω εδώ λοιπόν,
υπάρχει ελπίδα να δω κάποια στιγμή ,
ίσως κι από ώρα σε ώρα
-χαρά και λύπη αναπάντεχα κι οι δυο
κι απρόσκλητα μας έρχονται-
με μίσχους και με πράσινα φύλλα
κεκοσμημένα
και τα δικά μου ερείπια…

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2008

αιώνια ποίηση του εντός

πως θα μπορούσα να σε κράξω αλλιώς
εξόν αγάπη
αιώνια, ποίηση του εντός
που όλες τις νύχτες ηδονικά με σεργιανάς
μες σε σπηλιές υποθαλάσσιες με δελφίνια
που παίζουν κι ερωτοτροπούν
ή σε περιστεριώνες ψηλούς με θέα
τους αυγινούς ορίζοντες των πόθων μου
εκεί που ο έρωτας ανθεί
ντυμένος πούπουλα άσπρα

πως θα μπορούσα να σε κράξω αλλιώς,
εξόν μητέρα
αιώνια, ποίηση του εντός
που ανατρέφεις, σαν άλλη τρυφερή τροφός,
μέσα βαθιά μου τα πιο απτόητα όνειρα
και τα μαθαίνεις, πως στο κενό να περπατούν
πώς να παραμερίζουν κάθε εφήμερο
πώς να μην ντρέπονται που γεννηθήκαν όνειρα
ακόμη κι αν δεν ανδρωθούν ποτέ
κι αν δεν βαδίσουν της ευοδώσεως την οδό….

πως θα μπορούσα να σε κράξω αλλιώς
εξόν ημέρα
αιώνια ποίηση του εντός
που με το φως σου τους φόβους όλους μου τους καις
αιφνιδιάζοντας τους ίσκιους και τα μάτια μου
κι όπως εξαίφνης εξαφανίζεις τη φθορά
του χρόνου που σαν σκόνη αλώνει τα μαλλιά μου
και σκάβει μου βαθιά, βαθιά το μέτωπο,
πως θα μπορούσα να σε κράξω αλλιώς
εξόν νεότη
αιώνια ποίηση του εντός…

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2008

για ώρα ανάγκης

τα αισθήματα μου δεν μπορεί κανείς να μου τα πάρει
εκτός αυτών που έχω αφήσει να εκφραστούν
υπό την επιτήρηση την άγρυπνη του νου μου
υπάρχουν κι άλλα ανέκφραστα
κατάλληλα για ερώτων συγκινήσεις ή θανάτων
που τα φυλάω σαν κόρη οφθαλμού
-για ώρα ανάγκης-βαθιά μου,
σε κρύπτες μέσα μυστικές
μακριά από ήλιο κι άνεμο
σε ζηλευτή εντούτοις ετοιμότητα.

τα τραύματα μου δεν μπορεί κανείς να μου τα πάρει
εκτός αυτών που διακρίνονται δια γυμνού οφθαλμού
στη σάρκα του μετώπου και στα μάγουλα,
απόρροια των πολλών που επέρασα χειμώνων,
υπάρχουν μέσα μου κρυφά χιλιάδες άλλα
κάποια από αυτά προϊόντα αυτοχειρίας
τα υπόλοιπα υπολείμματα επαφών
με ανθρώπους κατ’ ευφημισμόν

τις λέξεις δεν μπορεί κανείς να μου τις πάρει
εκτός αυτών που έχω αφήσει να γραφτούν
ή εκείνες που κυλήσαν απ’ το στόμα μου
προς κάποια ευήκοα ώτα,
υπάρχουν κι άλλες μέσα μου, χιλιάδες
ασύντακτες ακόμη, ανερμάτιστες
μα που κυοφορούνπαρήγορα , ίσως, νοήματα
σωτήρια- μπορεί- σε ώρα ανάγκης

την ποίηση μου δεν μπορεί κανείς να μου την πάρει
είναι η αποταμίευση στο εντός μου
χρόνων καλών και δίσεκτων
κι εκτός εκείνης που άφησα να αναβλύσει
σαν ποταμός με ελεγχόμενη ως τα τώρα ορμή,
υπάρχει κι άλλη άφθονη
που σαν σε φράγμα ασφυκτιά
σαν σε ενυδρείο φρίττει
μα που την έχω προορίσει
για ανομβρίας ώρα, ώρα ανάγκης…

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2008

συνήθως βράδυ

άκλητη έρχεσαι συχνά, κυρίως το βράδυ
σαν φως που εισβάλει μονομιάς
στο απότομο τράβηγμα μιας κουρτίνας.
θέλουν την ώρα τους τα μάτια μου να συνηθίσουν
την παρουσία της απουσίας σου
παντού μες το παρόν μου
σαν ζωντανή, σαν που σε χαίρομουν
προτού σε κράξω μνήμη…

συνήθως βράδυ ,βλέπεις, γεύομαι ξανά,
με τρόπο ιδανικόν
τους παρελθόντες μου έρωτες
σε αγορές υπαίθριες παράνομα
σε αψίδες από κάτω
εκεί όπου συνωμοτούν οι έμποροι
έτοιμοι ν’ ανεβάσουν ή να κατεβάσουν τις τιμές
στο λαθρεμπόριο των συναισθημάτων.

συνήθως βράδυ ,ξέρεις, αυγαταίνουν οι αυταπάτες
κι όσο οι σκιές τους πολλαπλασιάζονται
τόσο εγώ διαιρούμαι
στα δυο, στα τέσσερα, στα οχτώ…
- επώδυνο;
- Πως όχι;
Μα έτσι μπορώ ταυτόχρονα
να βρίσκομαι στο τώρα και στο τότε
νεόκοπα βάζοντας τριαντάφυλλα
στα κενοτάφια των ελπίδων
που ούτε τα σώματά τους, νεκρά,
δεν αξιώθηκα να ψάξω και να θάψω
κι έτσι πλανώνται πάνω μου κάθε βραδιά
σαν τιμωρία βαριά, νέμεση της Εκάτης…

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2008

γηραιά κυρία

Κυρία γηραιά σε γηραιά οικία
αναπολεί την πρότερη της νιότη,
τις –πλέον- παρελθούσες της ακμές ,
έτσι ως περιστοιχίζεται
από μικρή κι αμίλητη παρέα θανάτων,
καρφωμένων σαν σε τιμωρία πάνω σε τοίχους
ή ακουμπισμένων σε μπουφέδες και κομοδίνα.

Φορές, ρίχνει ματιές κλεφτές στα πρόσωπα
που ακινητούν προκλητικά,
σαν να γυρεύει επιβεβαίωση
πως κάποτε είχε στ’ αλήθεια ερωτευτεί,
πως είχε αρέσει κάποτε , είχε ζήσει
κι είχε και πλάι σταθεί σ’ ανθρώπους
που σήμερα ατενίζουν τ’ άστρα
χωρίς να θυμώνουν ή να σκέφτονται
ή να ονειρεύονται

Ξέρει καλά, πως ότι έχει φύγει γυρνά
μονάχα σαν ανάμνηση ή – σπάνια πλέον- σαν όνειρο νυχτερινό,
και πως εκεί μονάχα, μπορεί να απεκδυθεί
ανενδοίαστα τη ζαρωμένη σάρκα
να ξαναζήσει - σαν να ταν, τάχα, χτες-
όλους τους παλαιούς της έρωτες.

Γι αυτό κάθε πρωί ξυπνά μ’ ένα χαμόγελο
προφασιζόμενη ίλιγγο ελαφρό
σαν να ‘χε επιδοθεί σε μια ολονύκτια σαρκική γιορτή
όσο κι αν ξέρει κατά βάθος πόσο ανώφελο είναι
να ζωντανεύει το κορμί μονάχα στ’ όνειρο
πόσο φριχτό να συνειδητοποιείς την παρουσία σου
μονάχα μέσα από τις απουσίες!

Σάββατο, 1 Μαρτίου 2008

προς χάριν αυθεντικότητος

ακρωτηριάζω μέσα μου τ’ αγάλματα
κι ας τα ‘χω εγώ γεννήσει με κόπο
απάνω σε χαλκό σκληρό
ή και σε μάρμαρο άσπρο
με φαντασία πολύ λαξεύοντας
και λεπτομέρεια,τα εξαίσια σώματά των

σ’ άλλο το χέρι αποκόπτω απ’ τον καρπό
να μην μπορεί εγχειρίδιο να κρατήσει ή δόρυ
μην τύχει κι εναντίον μου στραφεί
από αγνωμοσύνη.
Σ’ άλλο την κνήμη τέμνω
ή το μηρό διχοτομώ
μην έχει ελπίδα διαφυγής
από την ακαμψία

καλύπτοντας καλά
ως έμαθα ανάμεσα σε ανθρώπους
τις αληθείς προθέσεις μου
με περισσή ηθοποιία προφασιζόμενος
πως έτσι ενεργώόχι από φόβο ή από φθόνο
που μόνο εγώ γερνώ
αλλά προς χάριν -τάχα-
αυθεντικότητος…

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2008

παρελθούσες λάμψεις

όλοι οι καθρέφτες που ήπιε το γυαλί τους
-άλλοτε- ομορφιά πολλή,
τι καθρεφτίστηκαν εκεί εξαίσια σώματα
γεμάτα νιάτα κι έφηβα , μεγαλόπνοα όνειρα
στοιχειώνουν τώρα σε σαλόνια άδεια
και σε εισόδους που δεν δέχονται κανένα,
σαν θαμπωμένοι απ’ την ανάμνησή των.

όλες οι θλίψεις που περάσανε απ’ τα μάτια μου
για πρόσωπα που έφυγαν
ή για στιγμές που –άλλοτε- οραματίστηκα
μα τις κατάπιε στα σπάργανά τους μέσα ακόμη,
η ωμιστή ματαίωσις,
γίνονται της «σοφίας» μου αθλοθέτες
και μου απονέμουν κότινους σιωπής
για κάθε μου άθλο λύπης.

όλες οι θάλασσες που ταξιδέψανε –άλλοτε-
τις επιθυμίες μου
κι οι φάροι που αφειδώς σηματοδότησαν
την ελπίδα ελλιμένισης τους
μέσα σε θαυμαστά νεώρια,
τις νύχτες μες τον ύπνο μου ανασταίνονται…
γι’ αυτό πολλά πρωινά ξυπνώ
με λάμψεις παρελθούσες μα έτι ζώσες
μέσα στις αδικαίωτεςκόρες των αματιών μου…

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2008

παρουσίες

οι παρουσίες εκείνων που πεθάναν
κι αγαπούσαμε,
είναι φορές σαν ζωντανές
έτσι ως έρχονται μες τα μεσάνυχτα
κάτω από τα κοιμισμένα βλέφαρά μας
ή ως μπαίνουν μες στη σκέψη μας
ανακλημένες από εικόνες ή τυχαία συμβάντα
που μαζί τους τα είχαμε συνδυάσει.

οι παρουσίες εκείνων που πεθάναν
κι αγαπούσαμε,
έρχονται, δεν παρέρχονται ποτέ
σαν συνειρμοί της αυτεξούσιας σκέψης
κι όσα μαζί τους ονειρευτήκαμε
κοιτώντας τόσο εφήμερες
πάνσεπτες πανσελήνους
σαν να ανασταίνονται
με όλη τους την παλαιάν ακμή
εις όλην τους την αίγλη…

οι παρουσίες εκείνων που πεθάναν
κι αγαπούσαμε,
ποτέ δεν θάβονται μες του μυαλού την άμμο
όσο και να φυσά νοτιάς
κι είναι φορές απείρως ζωηρότερα
τα ωραία πρόσωπά των,
από εκεινών που μας εξέχασαν
κι ας κάποτε μας είχαν ορκιστεί
πίστη αιωνία κι αγάπη.

ιδιοτροπίες ποιητών

ερμητικά κλειστά
ας μένουν τα παραθυρόφυλλα
σε έντεχνη συσκότιση
ας διατηρηθεί το δωμάτιο
κι ούτε τριγμός θύρας
ούτε άλλος θόρυβος ας μην ταράξει
την επίπλαστη γαλήνη που με τυλίγει…

γράφω.
και πρέπει να οραματιστώ
πλήρως τις δραπετεύσεις μου
ανυποψίαστος –δήθεν-
πως έξω από τους τοίχους
περνούν οι μέρες μου
τόσο απαράλλαχτες
η μια πίσω απ’ την άλλη
σαν κουστωδία πουλιών
που παίρνουν δρόμο
ελείψει ανοίξεως.

ιδιοτροπίες "ποιητών" θα πεις
κοινές. Δεν αντιλέγω.
μα έτσι καμώνομαι πως κάτι κάνω άξιο
γράφοντας για τ’ ανάξια λόγου πάθη μου
εν πλήρει επιγνώσει
πως μια επιγραφή ίσως απομείνει κι από με
-σαν σήμα της πορεία μου- επιτύμβια

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2008

νύχτες χαλκού

Λευχειμονούσες νύχτες του χαλκού,
μου στέλνουν να με τρώσουν άγρια βέλη
πλάθω στη σκέψη μου είδωλα πηλού…
να κρατηθεί η ψυχή από κάπου θέλει

Ω! του μυαλού μου βάθος σκοτεινό
μου δένεις στο λαιμό σφιχτήν αρτάνη
κι εγώ παλεύω για να κρατηθώ
από ζωή μικρή που δε μου φτάνει

Στην κάμαρά μου είμαι εγώ κι εγώ
κοιτάζω μια αστραπή απ’ το φεγγίτη
ψηλά τριγύρω τείχη οικοδομώ
με δόμους αδυσώπητου γρανίτη

Φτιάχνει μορφές το φως που αποχωρεί
και το μυαλό, θολό, πλεκτάνες πλέκει
σ’ ενός μουσείου τη σάλα εισχωρεί
κι ασπάζεται διπλά, διπλούς πελέκεις

τα σχέδια τα’ ανευόδωτα περνούν
Σαν νεκρική πομπή σαν λιτανεία
μια με αγνοούν και μια λοξά κοιτούν
φορώντας μάσκες κι άγρια προσωπεία

ακτίδα Ηλίου

Λωρίδα ήλιου εισχωρεί
απ’ την αμέλεια καλά να κλείσω τις κουρτίνες
και στρώνει διάδρομο αιώρησης
απέλπιδων σωματιδίων σκόνης
που χαίρονται εφήμερα το πέταγμα
προτού αδυσώπητα προσγειωθούν
απάνω σε κομμούς, σε ράφια, σε τραπέζια
και σε φωτογραφίες νεκρών
με παγωμένα βλέμματα…

ας κρύψω την αλήθεια από τα μάτια μου
ας φανταστώ πως είμαι σε βυθό:
βράχια τριγύρω μου τραχιά με ωραία κοράλλια
κι ιππόκαμποι με χαίτες, χαίρονται
ως χάνονται στο διάχυτο πλαγκτόν…
φύκια αναφύονται απ’ το πουθενά
κι αναμεσίς τους αναπαύεται αιώνες τώρα
ναυάγιο καραβιού, θύμα μιας τρικυμίας
κατάφορτο αμφορείς κρασιού
που άνοιξαν και πότισαν το πέλαο
άκρατο οίνο.

Ω! ευεργετική αχτίδα του ήλιου!
απ’ την αμέλεια καλά να κλείσω τις κουρτίνες
εισβάλλοντας έτσι απρόσκλητη
απέσπασες τα μάτια μου απ’ τις κοινές
τις των θνητών θεάσεις
τόσο παροδικά – είναι αληθές -
μα και σωτήρια πόσο!

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2008

αρχαίο ωδείο

Έρημο στέκεις κι άστεγο, αρχαίο ωδείο
πόσο στη μοίρα μοιάζουμε και στη θωριά μας
γνωρίζουμε κι οι δυο ποιοι φέρουν προσωπείο
κι έχουνε μουσική ευφρανθεί τα ερείπιά μας

περνά ο αέρας και σφυρίζει απ’ την αψίδα
στων επισήμων τη σειρά χόρτα φυτρώνουν
κενό φιλοθεάμον γέμισε η κερκίδα
την ερμηνεύτρια σιγή που αποθεώνουν

σκόνη επικάθεται ο καιρός στο σκηνικό μας
μόνιμο, λόγω σκουριασμένης περιάκτου
αυτόπτες μάρτυρες της παρακμής του εντός μας
θύματα εκρήξεως και πτώσεως της ατράκτου

οι δόμοι μας σαν ποια να οικοδομήσαν Ρώμη;
ποιο τάχα τα γλυπτά μας να κοσμούν μουσείο;
σε πείσμα όμως των καιρών στέκουμε ακόμη
κι ας έρημοι, κι ας άστεγοι… αρχαίο ωδείο

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2008

υπάρχει ελπίδα

Ο ήλιος καίει τα σύννεφα και να!
η στάχτη την ελπίδα αναγεννά
κι ο ορίζοντας που γύρευα να βρω
ήταν εδώ μα δεν μπορούσα να τον δω

Σφαλώ τα μάτια βλέπω ανατολή
κι ο νους μου τα χαμένα ανακαλεί
τολμά η ψυχή και τα δεσμά της σπα
το χτες αφήνει για χατίρι του μετά

Καράβι κόβω κάβους σπάω σχοινιά
γεμίζω αέρα τα 'άδεια στεγανά
και πλέω μες στο πέλαο το ανοιχτό
που είχα μπροστά μου μα δεν ήθελα να δω

Πουλί επωάζω πέτρινα αυγά
και πέτρινα μικρά γεννώ πουλιά
βαριά για να πετάξουνε αλλά
ανθεκτικά στου χρόνου τα αιχμηρά

Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2008

πελαγίσια ψυχή

Ψυχή έχω πελαγίσια - σε σώμα στεριανό
δε θέλει κυπαρίσσια - μονάχα πέλαγο

Η νύχτα μόλις πέφτει - απ' το κορμί το σκα
σε θάλασσα καθρέφτη - γδύνεται και βουτά

Κυλιέται στην αρμύρα- μέσα σε μια αλυκή
τρυγάει την πορφύρα- και βάφεται άλικη

Πλεούμενο ξετρέχει - κι άρμενο συναντά
στα γόνατα προσπέφτει - και το παρακαλά:

«Καράβι καραβάκι - που πας γιαλό - γιαλό
μάθε μου στην αγάπη -να πλέω ή να χαθώ"

Μα απόκριση δεν παίρνει - όσο και να ρωτά
που η αγάπη βγαίνει- που θάλλει ο έρωτας

Με μια αναπνιά βουτάει- στα βάθη του βυθού
τη ράχη καβαλάει - λευκού ιππόκαμπου

«Του πέλαου αλογάκι - που δίνες κυβερνάς
πως κυβερνιέται η αγάπη - μάθε το και σε μας».

Μα κείνο αφηνιάζει - παίρνει να χλιμιντρά
τη χαίτη του τινάζει - σχίζει τα κύματα

η αυγή χρώμα του αιμάτου - βάφεται κι η ψυχή
στο σώμα του χωμάτου - γυρίζει άπραγη

κι εκεί φυλακισμένη - σε σώμα στεριανό
τη νύχτα περιμένει - να σμίξει πέλαγο...

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2008

παρομοίωση

Σαν μιαν ωραία κόρη απ’ το Φαγιούμ
που έκλεισε τα μάτια πριν γεράσει,
πριν να γευτεί τις ηδονές της σάρκας όλες
και που ένα σάβανο λινό
σφίγγει αιώνια τους χυμούς της νεότητός της
εμποτισμένο λάβδανο και μύρο

έτσι παρομοιάζω τα όνειρά μου
που αν και τα έχει προσεγγίσει ο θάνατος
εκείνα διατηρούν ακόμη μέσα τους
παρά το ξέπνοο βλέμμα
και τις ωχρότατες παρειές,
μια αγέραστη ακμάζουσα εφηβεία.

Ω νύχτες του ερήμου γεμάτες άμμο!
πόσο μου πλημμυρίζετε τα μάτια δάκρυα
σε κάθε φύσημα νοτιά
που σαν να αναγεννά ,σαν μονομιάς,
από μια αιώνια λήθη
όλες του σώματός μου τις αισθήσεις!!

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2008

αντίσταση

Παίξε λαγούτο μου βραχνό
και δως μου δυο χορδές σου
να δέσω βρόγχο να πιαστούν
θηλιά που να μη λύνει
οι αντανακλάσεις του φωτός
της νύχτας οι αυταπάτες

φεγγάρι που έμεινες μισό
δίκοπη γίνε λάμα
να μαχαιρώσω στην καρδιά
το φόβο του θανάτου
και στο αίμα που θα ξεχυθεί
να σπείρω κυπαρίσσια

Κι εσύ φωτιά λυτρωτική
πύρωσε, άψε, ανέβα
του νου να κάψεις τα φτερά
να μη μου πεταρίζει
κάθε π’ ακούει τη θάλασσα
κάθε που βλέπει κύμα

ψυχή μου ζώσου τα’ άρματα
στα μαρμαρένια αλώνια
καρτέρι στήσε του καιρού
και δόκανο του χρόνου
να μη σε βρει ξαρμάτωτη
για να σε μακελέψει

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2008

σταλακτίτες σιωπής

Ένα χρόνο μετά
βλέπω πιο καθαρά
μέρα- μέρα σε μένα τι αλλάζει
η σοφία του καιρού
στα βαθιά του μυαλού
όπως στάλα τη στάλα σταλάζει

μα όσο και να πονώ
σκύβω και προσκυνώ
την ακοίμητη χρόνε ροή σου
που ως κυλάς και περνάς
με πονάς, με γερνάς
και με παίρνεις και μένα μαζί σου

σπεύδω δίνω στο φως
έναν άλλο ορισμό
και τη νύχτα, ημέρα βαφτίζω
καταργώ όλα τα δεν
κυβερνώ στο μηδέν
την αγάπη ανακτώ, την ορίζω

ένας χρόνος και δες!
των ματιών οι σπηλιές
το ένοχό τους σκοτάδι αθωώνουν
κάτι θες να μου πεις…
σταλακτίτες σιωπής
πα στα χείλη σου οι λέξεις παγώνουν

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2008

ο ίσκιος σου

κυκλοφορεί μελοποιημένο από τον Φιλιππο Περιστέρη στον καινούριο του δίσκο Επίλλυα
από τη δισκογραφική εταιρεία καθρέφτης. ερμηνεύει ο Χρήστος Γιατσίδης

στα πρώτα μου τα βήματα
περπάταγα στα κύματα
με περηφάνια
δεν ήξερα πως δεν μπορώ
για μια ζωή να ισορροπώ
στην επιφάνεια

τώρα επαιτώ ένα φιλί
προτού να έρθει η ανατολή
να μου χαρίσεις
μ' ένα φιλί δεν θα χαθώ
δεν θα φοβάμαι θάνατο
και ήλιου δύση

όμως κουράστηκα πολύ
να περιμένω το φιλί
όλο το βράδυ
τα φώτα κλείνω για να ρθεί
τον ίσκιο σου να καταπιεί
βαθύ σκοτάδι...

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2008

αρνούμαι

Εξάγγελος που φέρνει θλιβερό μαντάτο
στην άκρη σκοτεινής παρόδου περιμένω
το νεύμα του θεατρώνη να μου πει πως βγαίνω
σε αρχαίο θέατρο ασφυκτικά γεμάτο

Προσμένοντας το κοίλον να με αποθεώσει
το τάλαντο τιμώντας το υποκριτικό μου
με δυο γουλιές νερό ξεπλένω το λαιμό μου
που απ' την τόση έχει αναμονή στεγνώσει

όμως μπροστά μου σαν να ζωντανεύει η ορχήστρα
τα διαζώματα ασφυκτικά με ζώνουν
οι κλίμακες θεριεύουν με περικυκλώνουν
και μ' εγχειρίδιο με προσμένει η Κλυταιμνήστρα

δεν αγαπά κανείς κακούς μαντατοφόρους
ούτε κι εκείνους που κομίζουν την αλήθεια
έχουν τα αυτιά πολύ εθιστεί στα παραμύθια
και στων ειδήσεων των καλών τους μισθοφόρους

Τα ρούχα βγάζω και τον ρόλο αποποιούμαι
πείτε το θεατρίνου αρχάριου δειλία
ή νοσηρή κι αστεία μαζί αγοραφοβία
όμως σε τέτοιο θέατρο να παίξω αρνούμαι...

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2008

η νύχτα των ευχών

Ποιος χρωστήρας άγγιξε τον ουρανό
κι ύστερα ήρθε κι έβαψε το πέλαγο;
κείνο που στα μάτια σου ως λυσσομανά
τις στεριές ποντίζει, πίνει τα βουνά

Ξέρεις σε ποια βάθη πνίγομαι θολά
ρίξε τα μαλλιά σου ανεμόσκαλα
απ’ τη μυρωδιά τους να αναρριχηθώ
ήλιο ν’ ανταμώσω κι ίσως να σωθώ

«όχι» όσα δεν είπα κι όσα είπα «ναι»
στήνουνε χορό και με κυκλώνουνε
μη με κρίνεις που φοβάμαι το χαμό
ποιο φτερό δε σκιάζεται τον άνεμο;

θάλασσα στον ύπνο, μα είναι απατηλή
μια αχερουσία άγρια κι ύπουλη
πρώτα με μαυλίζει με ρουφά μετά
αν με σώσει κάτι θα 'ναι ο έρωτας

έλα απόψε που ‘ναι η νύχτα των ευχών
σαν μια μελωδία σείστρων εύηχων
κάνε το κορμί σου άκρια να πιαστώ
κι ίσως να γλιτώσω κι απ’ το θάνατο

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2008

αποδράσεις

Παραδόθηκε στη μωρία ο κόσμος.
Άπληστα μάτια κυνηγούν να δουν τα’ ανείδωτα
άπληστα χέρια λαχταρούν να πιάσουν τ’ άπιαστα
κι ο ουρανός δεν λέει να βρέξει
μ’ όλη τη χρεία που έχει η γης
να ποτιστεί ν’ ανθίσει.

Μα μέσα στις στιγμές απελπισίας
που τίκτει ενίοτε η περίσκεψη,
έρχεται και με συναντά, κρυφά
σαν την παράνομη μα πολυπόθητη ερωμένη,
η έκπληξη,
για το τι είναι δυνατόν να κατορθώσει
με το συναίσθημά και με τη φαντασία του μόνο,
ο άνθρωπος.
Κι ας είναι τόσο θλιβερά μικρός μες τη θνητότητά του.

Και να! Μια αιφνίδια μουσική
αγέρωχα αχολογά στη σκέψη μου,
σαν από φόρμιγγα σκαστή , σαν από αυλό διπλό
σκορπά υπερήχους συριστής σιγής μες στα μεσάνυχτα
ποτίζοντας τη νύχτα και τον ουρανό και το φεγγάρι, μάγια…

Γνώριμο άνοιγμα του ορίζοντα πάνω απ’ τη θάλασσα,
πρόθυμο έρχεται το βλέμμα μου να σ’ ανταμώσει
σε απελπισίας στιγμές ή αναίτιας μόνωσης
ζητώντας καταφύγιο σ’ ό,τι φαντάζεται πως υπάρχει
πέρα από σένα ή που ενυπάρχει μέσα σου:
πύλες –μπορεί- που θα οδηγούν σε ανάκτορα
με χαρτογραφημένους λαβύρινθους
κι απλόχερους φεγγίτες προς το φως
αψίδες –ίσως- αλαβάστρινης εγκαρτέρησης
που θα υποδέχονται θριαμβικά τα τροπαιούχα μου όνειρα
στεφάνια δόξας –ενδέχεται- που θα στέφουν ανιδιοτελώς
τις πενιχρές, μα ωστόσο άξιες σεβασμού φιλοδοξίες μου.

Παραδόθηκε στη απληστία ο κόσμος.
κι εγώ σαν τμήμα του αναπόσπαστο
ενδόμυχα επιθυμώ, κι ας είναι ανάρμοστο πολύ
ή κι ακατόρθωτο,
μιαν ευκαιρία ακόμη νεότητος.

λίγη η ζωή

Φεύγει ο καιρός σαν άγριος κύκνος
που έχει ανοιγμένα τα φτερά του
νύχτα αξημέρωτη, κι ο ύπνος
θλιβερό προγύμνασμα θανάτου

νήμα τυλιγμένο στην ανέμη
χάνεται η ζωή γύρο το γύρο
τι ακόμη να με περιμένει
αν δεν βρω ένα ώμο για να γείρω

ίσκιοι που με σκιάζετε, ποιοι είστε;
λίγη είναι ακόμη η αντοχή μου
Ήπειροι μεριάστε και ξακρίστε
Ν’ απλωθεί στη θάλασσα η ψυχή μου

Άγαλμα στη σάλα ενός μουσείου
πως την ακαμψία να ξεπεράσω
στην πλαστή ηρεμία του ενυδρείου
να κρατήσω τι; και τι ν’ αλλάξω;

ρόδι τσακισμένο η υπομονή μου
ράγισε γυαλί και σπάσε τζάμι
να ακουστεί στα πέρατα η φωνή μου:
λίγη η ζωή και δε μου φτάνει

αντικλείδι

Μάταια προσμένω να φανεί
στο άδειο πέλαγο πανί
στη νύχτα μονοπάτι
όσα περίμενα καιρό
τα 'πνιξε ο χρόνος στο νερό
κι η θάλασσα στο αλάτι

δώσε μου ύπνε μια αφορμή
αφού μου πάρεις το κορμί
το νου να πάω ταξίδι
πλοίο να πάρω της γραμμής
να βγω απ' τα όρια της γης
κι απ' της σιωπής το στρείδι

σελήνη βγες για να λουστώ
μέσα στο φως σου το ξανθό
βρέξε ουρανέ συμπόνιανα
γίνουν νέα τα παλιά
να γίνουν μαύρα τα μαλλιά
να ξορκιστούν τα χρόνια

Απ' όσα αγάπησε η ψυχή
άλλα κλεισμένα στο γυαλί
κι άλλα πεθάναν ήδη
κλείδωσε η νύχτα τα όνειρα
κι εγώ γυρεύω σιδερά
να φτιάξω αντικλείδι

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2008

παραδοχή ματαιότητος

Πεζοπορώντας έφτασα ως εδώ
αθροίζοντας μικρά βήματα,
και ξεπερνώντας μια σειρά
οδυνηρών θανάτων.
Πέρασα πάνω από δύσβατες στεριές
κι ελπιδοφόρες θάλασσες
αφήνοντας τα πόδια μου ,απλά,
να τα οδηγήσει ο δρόμος

Πάει καιρός από τότε
που με το θράσος που γεννά
η ανενδοίαστη νιότη
ξεκίνησα για την διεκδίκηση
κάποιων επίχρυσων επάθλων
που όπως με δίδαξε στο πέρασμά του
ο ρέοντας χρόνος
ήταν φριχτά ευτελή
κι ολότελα ανάξια θυσιών.

Και τώρα να ‘μαι.
Έχοντας αντί σώματος, άπιαστο ατμό
κι αντί για φλόγα βλέμματος
ζεύγος θαμπών λυχνίων
ανίκανων να καρπωθούν
άλλες θεάσεων ηδονές
πλούσιος ωστόσο σε σοφία
έστω κι αν σαν απλή παραδοχή
της ματαιότητος.

αν

αν ζούσε άλλη μια ζωή
στο ίδιο σώμα η ψυχή
θα 'ξερε τι να κάνει:
θα διάλεγε τις αγκαλιές
και θα αγαπούσε εφτά φορές
τι μια φορά δε φτάνει

αν φύσαγε ζεστός νοτιάς
θα 'νιωθα απόψε μονομιάς
Όσα δεν έχω νιώσει
Κι αν έριχνε ο ουρανός
χιόνι θα πάγωνε ο καιρός
Το σώμα πριν παλιώσει

Αν είχα δυο λευκά φτερά
θα πέρναγα τα ανθρώπινα
θα άγγιζα τη γαλήνη
κι αν είχα χρώμα της ντροπής
θα 'βαφα κόκκινη τη γη
κόκκινη τη σελήνη

αν διαρκούσε η ζωή
όσο εφτά ζωές μαζί
θα 'ξερα πως προφταίνω
όμως είναι μοναδική
και να κινήσω απ' την αρχή
τώρα δεν προλαβαίνω

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2008

ελπίδας αεραγωγοί

Νύχτα. Πομπές λαθών τελετουργούν θορυβωδώς στη σκέψη μου
Λιτανείες λέξεων σιωπηρά ορρωδούν μπροστά στο θάνατο
Αυλοί αυτογνωσίας παρωδούν –ασθμαίνοντας- το δήθεν άφθαρτο
Κι εγώ που βρίσκω ρώμη κι αντιστέκομαι ανασαίνοντας;

Πάσχει η ψυχή από καλπάζουσα απομυθοποίηση όσων λάτρεψε
Ατροφικές αισιοδοξίες κυοφορούνται στους παρθενικούς υμένες της
Άροτρα ερινυών οργώνουν τα χωράφια του αποτρόπαιου
Κι εγώ που βρίσκω την ισχύ ν’ απαξιώνω τη φθορά μ’ ένα χαμόγελο;

Σιγή. και περισυλλογή, κι ειλικρινής περίσκεψη:
«είμαι ο ίδιος ή με άλλαξε η ροή των χρόνων που περάσαν»;
οι παιδικές ανάσες που διαχέονται στους διαδρόμους και στις κάμαρες
Αεραγωγοί ελπίδας για τα πλανώμενα αιωνίως πλάνα μου

Φθινόπωρο. Πτυχές σύννεφων σαβανώνουν το απέραντο
όνειρα Φυλλοβόλα ακολουθούν πιστά το εορτολόγιο της πτώσης.
Μα εγώ την βρίσκω εποχή καλή, για αναδασμό των σκέψεων
και για σπορά αειθαλών κωνοφόρων ελπίδων.

Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2008

η ουσία είναι

Η ουσία είναι
να μην αφήνεσαι ποτέ στις μνήμες
γιατί όπως η σκουριά στις λαμαρίνες
τρώνε το μυαλό
να πας ταξίδι
να ψάξεις να 'βρεις κάτι που ν' αξίζει
μα όχι απλά που σαν ασήμι θα γυαλίζει
κάτι αληθινό

όσο κι αν κλάψεις
μόνος τον κόσμο δεν μπορείς ν' αλλάξεις
ντύνεται η νύχτα χίλιες μεταλλάξεις
σε κεριού φωτιά
βρες ένα χέρι
που να σου δώσει αγάπη και μαχαίρι
και στήσε του θανάτου σου καρτέρι
χτύπα την ψευτιά

η αλήθεια υπάρχει
σε θάλασσες που δεν τις γράφει ο χάρτης
και σε στεριές π' έχουν να δουν κατάρτι
για καιρό πολύ
ψάξε στο εντός σου
και μάθε να αγαπάς τον εαυτό σου
η ουσία είναι να ναι το γραφτό σου
ό,τι θες εσύ

η ώρα της ανάτασης

Καταφύγιο συναισθημάτων, ανέκαθεν, η ποίηση
ετούτη η μαγική των λέξεων στοίχισις
που εξωθεί τις κόρες των ματιών να δούνε
οδηγημένες ,λες, από ένα φως μυστήριο
άλλες θεάσεις πέρα και πάνω από το άμεσα ορατό

Που είσαι τώρα που χρειάζομαι τη συνδρομή σου
να ανοίξεις δρόμο στους σκοτεινούς όγκους των ορέων
που εγκαταστάθηκαν ακάλεστοι κι ασάλευτοι τριγύρω μου;
Που είσαι να καταστήσεις εσβατόν το πέλαγος
με τη δική σου ρώμη
τις κραταιές καθυποτάσσοντας στο κράτος σου
νύχτες των απροειδοποίητων θλίψεων;
Που είσαι ,να κυοφορήσεις τις ελπίδες μου
τώρα που άπελπις τίκτω ασπόνδυλα όνειρα
ανίκανα να στηριχτούν στα ατροφικά τους μέλη;

Φως αυγινό σαν να διαφαίνεται κοντά.
Ήχος διπλών αυλών σαν να θέλγει τα σύνεργα της ακοής μου.
Δίπλα μου σαν να οικοδομούνται – ακούω ευκρινώς
τον ήχο των αθόρυβων μαστόρων-
αντισεισμικά υπόστεγα αισιοδοξίας.
σαν να εγείρονται ,κάτω από τα ανυποψίαστα μου βλέφαρα,
στοές αψιδωτές που οδηγούν σε θολωτά κτίσματα
βαθιών αναπνοών,

Ίσως και να μην είναι τόσο μακριά
η ώρα της ανάτασης…

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2008

ενύπνιες μορφές

Την ώρα που άλωνε η νύχτα τα μάτια μου
κι οι ενύπνιες μορφές φορούσαν τις καλύπτρες τους
έτοιμες να βαδίσουν τελετουργικά, σαν σε πομπή,
περνώντας κάτω απ’ τις θριαμβικές αψίδες
των βλεφάρων μου
τροπαιοφόρες με κυκλώνουν μνήμες

Λακτίζει η ομορφιά την ομοιομορφία
έτσι ως μες απ’ τα γαλάζια κύματα του ιλίγγου
σαν από θαύμα αναδύονται νησιά
προορισμένα να προσφέρουν τους λιμένες τους
στα πιο εξόριστα όνειρα, στα πιο παραδαρμένα…
και πάνω στα δυσπρόσιτα όρη
με τους γκρίζους βράχους
να αναφύονται μονές υπομονής
με άσπρους θόλους και τέμπλα εγκαρτέρησης.

κι οι κάμποι του μυαλού με τα σιτάρια
αρχίζουνε να παίζουν με τον άνεμο
κατανικώντας την ακινησία αιώνων
κι η ίδια η ψυχή μου
περνώντας μέσα από αδιάνοιχτες ακόμη οδούς
φτάνει με δίχως κάματο σε τόπους ηλιόλουστους
που μόνο οραματιζόταν άλλοτε
ξεχνώντας πως την συμπαρασύρει
στο γήρας το αδυσώπητο,
το σώμα μου.

η δόξα της αγάπης

σφουγγάρια βγήκαν στον αφρό
αρσενικό με θηλυκό
κοιτάχτηκαν κι αγκαλιαστήκαν
στα σώματα τα μαλακά
όσα κι αν κρυβαν μυστικά
τα μοιραστήκαν

κι ο ύπνος μύρισε δαφνόφυλλα
από τη δόξα της αγάπης

δυο στρείδια αφήσαν τον βυθό
αρσενικό με θηλυκό
και σμίξανε και φιληθήκαν
και ξεδιπλώσαν τις σιωπές
δώδεκα θάλασσες πλατιές
τα λυπηθήκαν

κι ο ύπνος μύρισε δαφνόφυλλα
από τη δόξα της αγάπης

αγγέλοι δυο στον ουρανό
αρσενικός με θηλυκό
βγήκανε νύχτα περπατήσαν
κι άφησαν κάτω τα σπαθιά
στρώσανε στην αστροφεγγιά
και ενωθήκαν

κι ο ύπνος μύρισε δαφνόφυλλα
από τη δόξα της αγάπης

τα ερείπια του μυαλού μου

βραχνό λαγούτο οδηγεί απόψε την ψυχή μου
ως μπαίνει μέσα στο βαθύ λαγούμι της σιωπής
κι αναρωτιέμαι νόημα αν έχει πια η ζωή μου
αφού όσα πόθησα πολύ τα έχω απαρνηθεί

όμως σαν σπίτι που έπεσε και προσκυνά το χώμα
μα τα θεμέλια του ειν’ θαρρείς ακόμη ζωντανά
νιώθω μες στην ερείπωση του σώματος μου, ακόμα
να υπάρχει κάτι πιο βαθύ …. κάτι που δεν γερνά

κι όσο κι αν θες αδίσταχτο θεριό να με χαλάσεις
μάθε , δεν παραδόθηκα ποτέ μου αμαχητί
κι εφτά στιλέτα κάρφωσα στο σώμα της θαλάσσης
για κάθε που μου βούλιαξε στα βάθη της σκαρί

μα ως πότε θα καπνίζουνε τα ερείπια του μυαλού μου;
γιατί δεν σβήνουν οι φωτιές αφού έπιασε βροχή;
με την ευτέλεια να κυλά στις φλέβες του καιρού μου
στίχους δε θέλει μα σπαθί ετούτη η εποχή....

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2008

πλάνη

Το θλιβερό της μοναξιάς μου αλφαβητάρι
το διάβασε μια μάγισσα σπλαχνομαντεύτρα
δάμασε μου 'πε τον καιρό, σπάσε την πέτρα
ασπάσου του ήλιου το λαμπρό προσκυνητάρι

να σταματήσει η βροχή ήθελα τόσο
να δω τον ήλιο που τον είχα λαχταρήσει
και τώρα που το φως τα σύννεφα έχει σκίσει
θηλιά μου σφίγγει το λαιμό το ουράνιο τόξο

Αίνιγμα φυτεμένο σ' άκρια ενός κήπου
η αγάπη, κι έκρυβα τη λύση στην ψυχή μου:
η σάρκα σου είχε μυρωδιά κομμένου κίτρου
ξύπναε τη γεύση ,την οσμή ,την ορασή μου

Μέσα απ' τη χλώρη του βυθού βγαίνει κοχύλι
και μέσα απ' το κοχύλι η άλικη πορφύρα
ήξερα απ' την αρχή πως σ' ονομάζαν μοίρα
μα με πλανέψανε τα κόκκινα σου χείλη...

τα ερπετά του χθες

σφαίρες πετάνε του καρού οι σφαιροβόλοι
ακόντια αιχμηρά του χρόνου οι ακοντιστές
αδημονούνε στους βατήρες δισκοβόλοι
δολιχοδρόμοι αιώνες ξεπερνούν το χτες

κι εγώ στο στάδιο σε μια απόκληρη κερκίδα
σε μια ανυπόληπτη κι ακίνητη σιωπή
χειροκροτώντας μια που μ' έδιωξε πατρίδα
και λαχταρώντας νέα γη να με δεχτεί

αυτάρεσκη ερμηνέυτρια κι απόψε η σκέψη
σε μι' άδεια ορχήστρα, σ' ένα κοίλον αδειανό
να την επευφημήσει ποιος; ποιός να την στέψει
όταν υποκλιθεί με χάρη στο κενό

κι εγώ στο εδώλιο καθισμένος μόνος κι ένας
το βλέμμα μου έχοντας στραμμένο δυτικά
προσμένω μήπως άγγελος φανεί κανένας
να δώσει κάθαρση σ' ότι με τυραννά

κι όπως φυτρώνει μέσα μου άγρια χλωρίδα
κι αναρριχώνται μολυσματικοί κισσοί
τι κι αν πετά από πάνω μου του αύριο η ελπίδα
αφού με ζώνουν τα ερπετά του χτες κι εσύ...