Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2008

αποδράσεις

Παραδόθηκε στη μωρία ο κόσμος.
Άπληστα μάτια κυνηγούν να δουν τα’ ανείδωτα
άπληστα χέρια λαχταρούν να πιάσουν τ’ άπιαστα
κι ο ουρανός δεν λέει να βρέξει
μ’ όλη τη χρεία που έχει η γης
να ποτιστεί ν’ ανθίσει.

Μα μέσα στις στιγμές απελπισίας
που τίκτει ενίοτε η περίσκεψη,
έρχεται και με συναντά, κρυφά
σαν την παράνομη μα πολυπόθητη ερωμένη,
η έκπληξη,
για το τι είναι δυνατόν να κατορθώσει
με το συναίσθημά και με τη φαντασία του μόνο,
ο άνθρωπος.
Κι ας είναι τόσο θλιβερά μικρός μες τη θνητότητά του.

Και να! Μια αιφνίδια μουσική
αγέρωχα αχολογά στη σκέψη μου,
σαν από φόρμιγγα σκαστή , σαν από αυλό διπλό
σκορπά υπερήχους συριστής σιγής μες στα μεσάνυχτα
ποτίζοντας τη νύχτα και τον ουρανό και το φεγγάρι, μάγια…

Γνώριμο άνοιγμα του ορίζοντα πάνω απ’ τη θάλασσα,
πρόθυμο έρχεται το βλέμμα μου να σ’ ανταμώσει
σε απελπισίας στιγμές ή αναίτιας μόνωσης
ζητώντας καταφύγιο σ’ ό,τι φαντάζεται πως υπάρχει
πέρα από σένα ή που ενυπάρχει μέσα σου:
πύλες –μπορεί- που θα οδηγούν σε ανάκτορα
με χαρτογραφημένους λαβύρινθους
κι απλόχερους φεγγίτες προς το φως
αψίδες –ίσως- αλαβάστρινης εγκαρτέρησης
που θα υποδέχονται θριαμβικά τα τροπαιούχα μου όνειρα
στεφάνια δόξας –ενδέχεται- που θα στέφουν ανιδιοτελώς
τις πενιχρές, μα ωστόσο άξιες σεβασμού φιλοδοξίες μου.

Παραδόθηκε στη απληστία ο κόσμος.
κι εγώ σαν τμήμα του αναπόσπαστο
ενδόμυχα επιθυμώ, κι ας είναι ανάρμοστο πολύ
ή κι ακατόρθωτο,
μιαν ευκαιρία ακόμη νεότητος.