Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2008

νύχτες χαλκού

Λευχειμονούσες νύχτες του χαλκού,
μου στέλνουν να με τρώσουν άγρια βέλη
πλάθω στη σκέψη μου είδωλα πηλού…
να κρατηθεί η ψυχή από κάπου θέλει

Ω! του μυαλού μου βάθος σκοτεινό
μου δένεις στο λαιμό σφιχτήν αρτάνη
κι εγώ παλεύω για να κρατηθώ
από ζωή μικρή που δε μου φτάνει

Στην κάμαρά μου είμαι εγώ κι εγώ
κοιτάζω μια αστραπή απ’ το φεγγίτη
ψηλά τριγύρω τείχη οικοδομώ
με δόμους αδυσώπητου γρανίτη

Φτιάχνει μορφές το φως που αποχωρεί
και το μυαλό, θολό, πλεκτάνες πλέκει
σ’ ενός μουσείου τη σάλα εισχωρεί
κι ασπάζεται διπλά, διπλούς πελέκεις

τα σχέδια τα’ ανευόδωτα περνούν
Σαν νεκρική πομπή σαν λιτανεία
μια με αγνοούν και μια λοξά κοιτούν
φορώντας μάσκες κι άγρια προσωπεία

ακτίδα Ηλίου

Λωρίδα ήλιου εισχωρεί
απ’ την αμέλεια καλά να κλείσω τις κουρτίνες
και στρώνει διάδρομο αιώρησης
απέλπιδων σωματιδίων σκόνης
που χαίρονται εφήμερα το πέταγμα
προτού αδυσώπητα προσγειωθούν
απάνω σε κομμούς, σε ράφια, σε τραπέζια
και σε φωτογραφίες νεκρών
με παγωμένα βλέμματα…

ας κρύψω την αλήθεια από τα μάτια μου
ας φανταστώ πως είμαι σε βυθό:
βράχια τριγύρω μου τραχιά με ωραία κοράλλια
κι ιππόκαμποι με χαίτες, χαίρονται
ως χάνονται στο διάχυτο πλαγκτόν…
φύκια αναφύονται απ’ το πουθενά
κι αναμεσίς τους αναπαύεται αιώνες τώρα
ναυάγιο καραβιού, θύμα μιας τρικυμίας
κατάφορτο αμφορείς κρασιού
που άνοιξαν και πότισαν το πέλαο
άκρατο οίνο.

Ω! ευεργετική αχτίδα του ήλιου!
απ’ την αμέλεια καλά να κλείσω τις κουρτίνες
εισβάλλοντας έτσι απρόσκλητη
απέσπασες τα μάτια μου απ’ τις κοινές
τις των θνητών θεάσεις
τόσο παροδικά – είναι αληθές -
μα και σωτήρια πόσο!

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2008

αρχαίο ωδείο

Έρημο στέκεις κι άστεγο, αρχαίο ωδείο
πόσο στη μοίρα μοιάζουμε και στη θωριά μας
γνωρίζουμε κι οι δυο ποιοι φέρουν προσωπείο
κι έχουνε μουσική ευφρανθεί τα ερείπιά μας

περνά ο αέρας και σφυρίζει απ’ την αψίδα
στων επισήμων τη σειρά χόρτα φυτρώνουν
κενό φιλοθεάμον γέμισε η κερκίδα
την ερμηνεύτρια σιγή που αποθεώνουν

σκόνη επικάθεται ο καιρός στο σκηνικό μας
μόνιμο, λόγω σκουριασμένης περιάκτου
αυτόπτες μάρτυρες της παρακμής του εντός μας
θύματα εκρήξεως και πτώσεως της ατράκτου

οι δόμοι μας σαν ποια να οικοδομήσαν Ρώμη;
ποιο τάχα τα γλυπτά μας να κοσμούν μουσείο;
σε πείσμα όμως των καιρών στέκουμε ακόμη
κι ας έρημοι, κι ας άστεγοι… αρχαίο ωδείο

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2008

υπάρχει ελπίδα

Ο ήλιος καίει τα σύννεφα και να!
η στάχτη την ελπίδα αναγεννά
κι ο ορίζοντας που γύρευα να βρω
ήταν εδώ μα δεν μπορούσα να τον δω

Σφαλώ τα μάτια βλέπω ανατολή
κι ο νους μου τα χαμένα ανακαλεί
τολμά η ψυχή και τα δεσμά της σπα
το χτες αφήνει για χατίρι του μετά

Καράβι κόβω κάβους σπάω σχοινιά
γεμίζω αέρα τα 'άδεια στεγανά
και πλέω μες στο πέλαο το ανοιχτό
που είχα μπροστά μου μα δεν ήθελα να δω

Πουλί επωάζω πέτρινα αυγά
και πέτρινα μικρά γεννώ πουλιά
βαριά για να πετάξουνε αλλά
ανθεκτικά στου χρόνου τα αιχμηρά

Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2008

πελαγίσια ψυχή

Ψυχή έχω πελαγίσια - σε σώμα στεριανό
δε θέλει κυπαρίσσια - μονάχα πέλαγο

Η νύχτα μόλις πέφτει - απ' το κορμί το σκα
σε θάλασσα καθρέφτη - γδύνεται και βουτά

Κυλιέται στην αρμύρα- μέσα σε μια αλυκή
τρυγάει την πορφύρα- και βάφεται άλικη

Πλεούμενο ξετρέχει - κι άρμενο συναντά
στα γόνατα προσπέφτει - και το παρακαλά:

«Καράβι καραβάκι - που πας γιαλό - γιαλό
μάθε μου στην αγάπη -να πλέω ή να χαθώ"

Μα απόκριση δεν παίρνει - όσο και να ρωτά
που η αγάπη βγαίνει- που θάλλει ο έρωτας

Με μια αναπνιά βουτάει- στα βάθη του βυθού
τη ράχη καβαλάει - λευκού ιππόκαμπου

«Του πέλαου αλογάκι - που δίνες κυβερνάς
πως κυβερνιέται η αγάπη - μάθε το και σε μας».

Μα κείνο αφηνιάζει - παίρνει να χλιμιντρά
τη χαίτη του τινάζει - σχίζει τα κύματα

η αυγή χρώμα του αιμάτου - βάφεται κι η ψυχή
στο σώμα του χωμάτου - γυρίζει άπραγη

κι εκεί φυλακισμένη - σε σώμα στεριανό
τη νύχτα περιμένει - να σμίξει πέλαγο...

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2008

παρομοίωση

Σαν μιαν ωραία κόρη απ’ το Φαγιούμ
που έκλεισε τα μάτια πριν γεράσει,
πριν να γευτεί τις ηδονές της σάρκας όλες
και που ένα σάβανο λινό
σφίγγει αιώνια τους χυμούς της νεότητός της
εμποτισμένο λάβδανο και μύρο

έτσι παρομοιάζω τα όνειρά μου
που αν και τα έχει προσεγγίσει ο θάνατος
εκείνα διατηρούν ακόμη μέσα τους
παρά το ξέπνοο βλέμμα
και τις ωχρότατες παρειές,
μια αγέραστη ακμάζουσα εφηβεία.

Ω νύχτες του ερήμου γεμάτες άμμο!
πόσο μου πλημμυρίζετε τα μάτια δάκρυα
σε κάθε φύσημα νοτιά
που σαν να αναγεννά ,σαν μονομιάς,
από μια αιώνια λήθη
όλες του σώματός μου τις αισθήσεις!!

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2008

αντίσταση

Παίξε λαγούτο μου βραχνό
και δως μου δυο χορδές σου
να δέσω βρόγχο να πιαστούν
θηλιά που να μη λύνει
οι αντανακλάσεις του φωτός
της νύχτας οι αυταπάτες

φεγγάρι που έμεινες μισό
δίκοπη γίνε λάμα
να μαχαιρώσω στην καρδιά
το φόβο του θανάτου
και στο αίμα που θα ξεχυθεί
να σπείρω κυπαρίσσια

Κι εσύ φωτιά λυτρωτική
πύρωσε, άψε, ανέβα
του νου να κάψεις τα φτερά
να μη μου πεταρίζει
κάθε π’ ακούει τη θάλασσα
κάθε που βλέπει κύμα

ψυχή μου ζώσου τα’ άρματα
στα μαρμαρένια αλώνια
καρτέρι στήσε του καιρού
και δόκανο του χρόνου
να μη σε βρει ξαρμάτωτη
για να σε μακελέψει

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2008

σταλακτίτες σιωπής

Ένα χρόνο μετά
βλέπω πιο καθαρά
μέρα- μέρα σε μένα τι αλλάζει
η σοφία του καιρού
στα βαθιά του μυαλού
όπως στάλα τη στάλα σταλάζει

μα όσο και να πονώ
σκύβω και προσκυνώ
την ακοίμητη χρόνε ροή σου
που ως κυλάς και περνάς
με πονάς, με γερνάς
και με παίρνεις και μένα μαζί σου

σπεύδω δίνω στο φως
έναν άλλο ορισμό
και τη νύχτα, ημέρα βαφτίζω
καταργώ όλα τα δεν
κυβερνώ στο μηδέν
την αγάπη ανακτώ, την ορίζω

ένας χρόνος και δες!
των ματιών οι σπηλιές
το ένοχό τους σκοτάδι αθωώνουν
κάτι θες να μου πεις…
σταλακτίτες σιωπής
πα στα χείλη σου οι λέξεις παγώνουν

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2008

ο ίσκιος σου

κυκλοφορεί μελοποιημένο από τον Φιλιππο Περιστέρη στον καινούριο του δίσκο Επίλλυα
από τη δισκογραφική εταιρεία καθρέφτης. ερμηνεύει ο Χρήστος Γιατσίδης

στα πρώτα μου τα βήματα
περπάταγα στα κύματα
με περηφάνια
δεν ήξερα πως δεν μπορώ
για μια ζωή να ισορροπώ
στην επιφάνεια

τώρα επαιτώ ένα φιλί
προτού να έρθει η ανατολή
να μου χαρίσεις
μ' ένα φιλί δεν θα χαθώ
δεν θα φοβάμαι θάνατο
και ήλιου δύση

όμως κουράστηκα πολύ
να περιμένω το φιλί
όλο το βράδυ
τα φώτα κλείνω για να ρθεί
τον ίσκιο σου να καταπιεί
βαθύ σκοτάδι...

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2008

αρνούμαι

Εξάγγελος που φέρνει θλιβερό μαντάτο
στην άκρη σκοτεινής παρόδου περιμένω
το νεύμα του θεατρώνη να μου πει πως βγαίνω
σε αρχαίο θέατρο ασφυκτικά γεμάτο

Προσμένοντας το κοίλον να με αποθεώσει
το τάλαντο τιμώντας το υποκριτικό μου
με δυο γουλιές νερό ξεπλένω το λαιμό μου
που απ' την τόση έχει αναμονή στεγνώσει

όμως μπροστά μου σαν να ζωντανεύει η ορχήστρα
τα διαζώματα ασφυκτικά με ζώνουν
οι κλίμακες θεριεύουν με περικυκλώνουν
και μ' εγχειρίδιο με προσμένει η Κλυταιμνήστρα

δεν αγαπά κανείς κακούς μαντατοφόρους
ούτε κι εκείνους που κομίζουν την αλήθεια
έχουν τα αυτιά πολύ εθιστεί στα παραμύθια
και στων ειδήσεων των καλών τους μισθοφόρους

Τα ρούχα βγάζω και τον ρόλο αποποιούμαι
πείτε το θεατρίνου αρχάριου δειλία
ή νοσηρή κι αστεία μαζί αγοραφοβία
όμως σε τέτοιο θέατρο να παίξω αρνούμαι...

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2008

η νύχτα των ευχών

Ποιος χρωστήρας άγγιξε τον ουρανό
κι ύστερα ήρθε κι έβαψε το πέλαγο;
κείνο που στα μάτια σου ως λυσσομανά
τις στεριές ποντίζει, πίνει τα βουνά

Ξέρεις σε ποια βάθη πνίγομαι θολά
ρίξε τα μαλλιά σου ανεμόσκαλα
απ’ τη μυρωδιά τους να αναρριχηθώ
ήλιο ν’ ανταμώσω κι ίσως να σωθώ

«όχι» όσα δεν είπα κι όσα είπα «ναι»
στήνουνε χορό και με κυκλώνουνε
μη με κρίνεις που φοβάμαι το χαμό
ποιο φτερό δε σκιάζεται τον άνεμο;

θάλασσα στον ύπνο, μα είναι απατηλή
μια αχερουσία άγρια κι ύπουλη
πρώτα με μαυλίζει με ρουφά μετά
αν με σώσει κάτι θα 'ναι ο έρωτας

έλα απόψε που ‘ναι η νύχτα των ευχών
σαν μια μελωδία σείστρων εύηχων
κάνε το κορμί σου άκρια να πιαστώ
κι ίσως να γλιτώσω κι απ’ το θάνατο

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2008

αποδράσεις

Παραδόθηκε στη μωρία ο κόσμος.
Άπληστα μάτια κυνηγούν να δουν τα’ ανείδωτα
άπληστα χέρια λαχταρούν να πιάσουν τ’ άπιαστα
κι ο ουρανός δεν λέει να βρέξει
μ’ όλη τη χρεία που έχει η γης
να ποτιστεί ν’ ανθίσει.

Μα μέσα στις στιγμές απελπισίας
που τίκτει ενίοτε η περίσκεψη,
έρχεται και με συναντά, κρυφά
σαν την παράνομη μα πολυπόθητη ερωμένη,
η έκπληξη,
για το τι είναι δυνατόν να κατορθώσει
με το συναίσθημά και με τη φαντασία του μόνο,
ο άνθρωπος.
Κι ας είναι τόσο θλιβερά μικρός μες τη θνητότητά του.

Και να! Μια αιφνίδια μουσική
αγέρωχα αχολογά στη σκέψη μου,
σαν από φόρμιγγα σκαστή , σαν από αυλό διπλό
σκορπά υπερήχους συριστής σιγής μες στα μεσάνυχτα
ποτίζοντας τη νύχτα και τον ουρανό και το φεγγάρι, μάγια…

Γνώριμο άνοιγμα του ορίζοντα πάνω απ’ τη θάλασσα,
πρόθυμο έρχεται το βλέμμα μου να σ’ ανταμώσει
σε απελπισίας στιγμές ή αναίτιας μόνωσης
ζητώντας καταφύγιο σ’ ό,τι φαντάζεται πως υπάρχει
πέρα από σένα ή που ενυπάρχει μέσα σου:
πύλες –μπορεί- που θα οδηγούν σε ανάκτορα
με χαρτογραφημένους λαβύρινθους
κι απλόχερους φεγγίτες προς το φως
αψίδες –ίσως- αλαβάστρινης εγκαρτέρησης
που θα υποδέχονται θριαμβικά τα τροπαιούχα μου όνειρα
στεφάνια δόξας –ενδέχεται- που θα στέφουν ανιδιοτελώς
τις πενιχρές, μα ωστόσο άξιες σεβασμού φιλοδοξίες μου.

Παραδόθηκε στη απληστία ο κόσμος.
κι εγώ σαν τμήμα του αναπόσπαστο
ενδόμυχα επιθυμώ, κι ας είναι ανάρμοστο πολύ
ή κι ακατόρθωτο,
μιαν ευκαιρία ακόμη νεότητος.

λίγη η ζωή

Φεύγει ο καιρός σαν άγριος κύκνος
που έχει ανοιγμένα τα φτερά του
νύχτα αξημέρωτη, κι ο ύπνος
θλιβερό προγύμνασμα θανάτου

νήμα τυλιγμένο στην ανέμη
χάνεται η ζωή γύρο το γύρο
τι ακόμη να με περιμένει
αν δεν βρω ένα ώμο για να γείρω

ίσκιοι που με σκιάζετε, ποιοι είστε;
λίγη είναι ακόμη η αντοχή μου
Ήπειροι μεριάστε και ξακρίστε
Ν’ απλωθεί στη θάλασσα η ψυχή μου

Άγαλμα στη σάλα ενός μουσείου
πως την ακαμψία να ξεπεράσω
στην πλαστή ηρεμία του ενυδρείου
να κρατήσω τι; και τι ν’ αλλάξω;

ρόδι τσακισμένο η υπομονή μου
ράγισε γυαλί και σπάσε τζάμι
να ακουστεί στα πέρατα η φωνή μου:
λίγη η ζωή και δε μου φτάνει

αντικλείδι

Μάταια προσμένω να φανεί
στο άδειο πέλαγο πανί
στη νύχτα μονοπάτι
όσα περίμενα καιρό
τα 'πνιξε ο χρόνος στο νερό
κι η θάλασσα στο αλάτι

δώσε μου ύπνε μια αφορμή
αφού μου πάρεις το κορμί
το νου να πάω ταξίδι
πλοίο να πάρω της γραμμής
να βγω απ' τα όρια της γης
κι απ' της σιωπής το στρείδι

σελήνη βγες για να λουστώ
μέσα στο φως σου το ξανθό
βρέξε ουρανέ συμπόνιανα
γίνουν νέα τα παλιά
να γίνουν μαύρα τα μαλλιά
να ξορκιστούν τα χρόνια

Απ' όσα αγάπησε η ψυχή
άλλα κλεισμένα στο γυαλί
κι άλλα πεθάναν ήδη
κλείδωσε η νύχτα τα όνειρα
κι εγώ γυρεύω σιδερά
να φτιάξω αντικλείδι

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2008

παραδοχή ματαιότητος

Πεζοπορώντας έφτασα ως εδώ
αθροίζοντας μικρά βήματα,
και ξεπερνώντας μια σειρά
οδυνηρών θανάτων.
Πέρασα πάνω από δύσβατες στεριές
κι ελπιδοφόρες θάλασσες
αφήνοντας τα πόδια μου ,απλά,
να τα οδηγήσει ο δρόμος

Πάει καιρός από τότε
που με το θράσος που γεννά
η ανενδοίαστη νιότη
ξεκίνησα για την διεκδίκηση
κάποιων επίχρυσων επάθλων
που όπως με δίδαξε στο πέρασμά του
ο ρέοντας χρόνος
ήταν φριχτά ευτελή
κι ολότελα ανάξια θυσιών.

Και τώρα να ‘μαι.
Έχοντας αντί σώματος, άπιαστο ατμό
κι αντί για φλόγα βλέμματος
ζεύγος θαμπών λυχνίων
ανίκανων να καρπωθούν
άλλες θεάσεων ηδονές
πλούσιος ωστόσο σε σοφία
έστω κι αν σαν απλή παραδοχή
της ματαιότητος.

αν

αν ζούσε άλλη μια ζωή
στο ίδιο σώμα η ψυχή
θα 'ξερε τι να κάνει:
θα διάλεγε τις αγκαλιές
και θα αγαπούσε εφτά φορές
τι μια φορά δε φτάνει

αν φύσαγε ζεστός νοτιάς
θα 'νιωθα απόψε μονομιάς
Όσα δεν έχω νιώσει
Κι αν έριχνε ο ουρανός
χιόνι θα πάγωνε ο καιρός
Το σώμα πριν παλιώσει

Αν είχα δυο λευκά φτερά
θα πέρναγα τα ανθρώπινα
θα άγγιζα τη γαλήνη
κι αν είχα χρώμα της ντροπής
θα 'βαφα κόκκινη τη γη
κόκκινη τη σελήνη

αν διαρκούσε η ζωή
όσο εφτά ζωές μαζί
θα 'ξερα πως προφταίνω
όμως είναι μοναδική
και να κινήσω απ' την αρχή
τώρα δεν προλαβαίνω

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2008

ελπίδας αεραγωγοί

Νύχτα. Πομπές λαθών τελετουργούν θορυβωδώς στη σκέψη μου
Λιτανείες λέξεων σιωπηρά ορρωδούν μπροστά στο θάνατο
Αυλοί αυτογνωσίας παρωδούν –ασθμαίνοντας- το δήθεν άφθαρτο
Κι εγώ που βρίσκω ρώμη κι αντιστέκομαι ανασαίνοντας;

Πάσχει η ψυχή από καλπάζουσα απομυθοποίηση όσων λάτρεψε
Ατροφικές αισιοδοξίες κυοφορούνται στους παρθενικούς υμένες της
Άροτρα ερινυών οργώνουν τα χωράφια του αποτρόπαιου
Κι εγώ που βρίσκω την ισχύ ν’ απαξιώνω τη φθορά μ’ ένα χαμόγελο;

Σιγή. και περισυλλογή, κι ειλικρινής περίσκεψη:
«είμαι ο ίδιος ή με άλλαξε η ροή των χρόνων που περάσαν»;
οι παιδικές ανάσες που διαχέονται στους διαδρόμους και στις κάμαρες
Αεραγωγοί ελπίδας για τα πλανώμενα αιωνίως πλάνα μου

Φθινόπωρο. Πτυχές σύννεφων σαβανώνουν το απέραντο
όνειρα Φυλλοβόλα ακολουθούν πιστά το εορτολόγιο της πτώσης.
Μα εγώ την βρίσκω εποχή καλή, για αναδασμό των σκέψεων
και για σπορά αειθαλών κωνοφόρων ελπίδων.

Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2008

η ουσία είναι

Η ουσία είναι
να μην αφήνεσαι ποτέ στις μνήμες
γιατί όπως η σκουριά στις λαμαρίνες
τρώνε το μυαλό
να πας ταξίδι
να ψάξεις να 'βρεις κάτι που ν' αξίζει
μα όχι απλά που σαν ασήμι θα γυαλίζει
κάτι αληθινό

όσο κι αν κλάψεις
μόνος τον κόσμο δεν μπορείς ν' αλλάξεις
ντύνεται η νύχτα χίλιες μεταλλάξεις
σε κεριού φωτιά
βρες ένα χέρι
που να σου δώσει αγάπη και μαχαίρι
και στήσε του θανάτου σου καρτέρι
χτύπα την ψευτιά

η αλήθεια υπάρχει
σε θάλασσες που δεν τις γράφει ο χάρτης
και σε στεριές π' έχουν να δουν κατάρτι
για καιρό πολύ
ψάξε στο εντός σου
και μάθε να αγαπάς τον εαυτό σου
η ουσία είναι να ναι το γραφτό σου
ό,τι θες εσύ

η ώρα της ανάτασης

Καταφύγιο συναισθημάτων, ανέκαθεν, η ποίηση
ετούτη η μαγική των λέξεων στοίχισις
που εξωθεί τις κόρες των ματιών να δούνε
οδηγημένες ,λες, από ένα φως μυστήριο
άλλες θεάσεις πέρα και πάνω από το άμεσα ορατό

Που είσαι τώρα που χρειάζομαι τη συνδρομή σου
να ανοίξεις δρόμο στους σκοτεινούς όγκους των ορέων
που εγκαταστάθηκαν ακάλεστοι κι ασάλευτοι τριγύρω μου;
Που είσαι να καταστήσεις εσβατόν το πέλαγος
με τη δική σου ρώμη
τις κραταιές καθυποτάσσοντας στο κράτος σου
νύχτες των απροειδοποίητων θλίψεων;
Που είσαι ,να κυοφορήσεις τις ελπίδες μου
τώρα που άπελπις τίκτω ασπόνδυλα όνειρα
ανίκανα να στηριχτούν στα ατροφικά τους μέλη;

Φως αυγινό σαν να διαφαίνεται κοντά.
Ήχος διπλών αυλών σαν να θέλγει τα σύνεργα της ακοής μου.
Δίπλα μου σαν να οικοδομούνται – ακούω ευκρινώς
τον ήχο των αθόρυβων μαστόρων-
αντισεισμικά υπόστεγα αισιοδοξίας.
σαν να εγείρονται ,κάτω από τα ανυποψίαστα μου βλέφαρα,
στοές αψιδωτές που οδηγούν σε θολωτά κτίσματα
βαθιών αναπνοών,

Ίσως και να μην είναι τόσο μακριά
η ώρα της ανάτασης…

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2008

ενύπνιες μορφές

Την ώρα που άλωνε η νύχτα τα μάτια μου
κι οι ενύπνιες μορφές φορούσαν τις καλύπτρες τους
έτοιμες να βαδίσουν τελετουργικά, σαν σε πομπή,
περνώντας κάτω απ’ τις θριαμβικές αψίδες
των βλεφάρων μου
τροπαιοφόρες με κυκλώνουν μνήμες

Λακτίζει η ομορφιά την ομοιομορφία
έτσι ως μες απ’ τα γαλάζια κύματα του ιλίγγου
σαν από θαύμα αναδύονται νησιά
προορισμένα να προσφέρουν τους λιμένες τους
στα πιο εξόριστα όνειρα, στα πιο παραδαρμένα…
και πάνω στα δυσπρόσιτα όρη
με τους γκρίζους βράχους
να αναφύονται μονές υπομονής
με άσπρους θόλους και τέμπλα εγκαρτέρησης.

κι οι κάμποι του μυαλού με τα σιτάρια
αρχίζουνε να παίζουν με τον άνεμο
κατανικώντας την ακινησία αιώνων
κι η ίδια η ψυχή μου
περνώντας μέσα από αδιάνοιχτες ακόμη οδούς
φτάνει με δίχως κάματο σε τόπους ηλιόλουστους
που μόνο οραματιζόταν άλλοτε
ξεχνώντας πως την συμπαρασύρει
στο γήρας το αδυσώπητο,
το σώμα μου.

η δόξα της αγάπης

σφουγγάρια βγήκαν στον αφρό
αρσενικό με θηλυκό
κοιτάχτηκαν κι αγκαλιαστήκαν
στα σώματα τα μαλακά
όσα κι αν κρυβαν μυστικά
τα μοιραστήκαν

κι ο ύπνος μύρισε δαφνόφυλλα
από τη δόξα της αγάπης

δυο στρείδια αφήσαν τον βυθό
αρσενικό με θηλυκό
και σμίξανε και φιληθήκαν
και ξεδιπλώσαν τις σιωπές
δώδεκα θάλασσες πλατιές
τα λυπηθήκαν

κι ο ύπνος μύρισε δαφνόφυλλα
από τη δόξα της αγάπης

αγγέλοι δυο στον ουρανό
αρσενικός με θηλυκό
βγήκανε νύχτα περπατήσαν
κι άφησαν κάτω τα σπαθιά
στρώσανε στην αστροφεγγιά
και ενωθήκαν

κι ο ύπνος μύρισε δαφνόφυλλα
από τη δόξα της αγάπης

τα ερείπια του μυαλού μου

βραχνό λαγούτο οδηγεί απόψε την ψυχή μου
ως μπαίνει μέσα στο βαθύ λαγούμι της σιωπής
κι αναρωτιέμαι νόημα αν έχει πια η ζωή μου
αφού όσα πόθησα πολύ τα έχω απαρνηθεί

όμως σαν σπίτι που έπεσε και προσκυνά το χώμα
μα τα θεμέλια του ειν’ θαρρείς ακόμη ζωντανά
νιώθω μες στην ερείπωση του σώματος μου, ακόμα
να υπάρχει κάτι πιο βαθύ …. κάτι που δεν γερνά

κι όσο κι αν θες αδίσταχτο θεριό να με χαλάσεις
μάθε , δεν παραδόθηκα ποτέ μου αμαχητί
κι εφτά στιλέτα κάρφωσα στο σώμα της θαλάσσης
για κάθε που μου βούλιαξε στα βάθη της σκαρί

μα ως πότε θα καπνίζουνε τα ερείπια του μυαλού μου;
γιατί δεν σβήνουν οι φωτιές αφού έπιασε βροχή;
με την ευτέλεια να κυλά στις φλέβες του καιρού μου
στίχους δε θέλει μα σπαθί ετούτη η εποχή....

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2008

πλάνη

Το θλιβερό της μοναξιάς μου αλφαβητάρι
το διάβασε μια μάγισσα σπλαχνομαντεύτρα
δάμασε μου 'πε τον καιρό, σπάσε την πέτρα
ασπάσου του ήλιου το λαμπρό προσκυνητάρι

να σταματήσει η βροχή ήθελα τόσο
να δω τον ήλιο που τον είχα λαχταρήσει
και τώρα που το φως τα σύννεφα έχει σκίσει
θηλιά μου σφίγγει το λαιμό το ουράνιο τόξο

Αίνιγμα φυτεμένο σ' άκρια ενός κήπου
η αγάπη, κι έκρυβα τη λύση στην ψυχή μου:
η σάρκα σου είχε μυρωδιά κομμένου κίτρου
ξύπναε τη γεύση ,την οσμή ,την ορασή μου

Μέσα απ' τη χλώρη του βυθού βγαίνει κοχύλι
και μέσα απ' το κοχύλι η άλικη πορφύρα
ήξερα απ' την αρχή πως σ' ονομάζαν μοίρα
μα με πλανέψανε τα κόκκινα σου χείλη...

τα ερπετά του χθες

σφαίρες πετάνε του καρού οι σφαιροβόλοι
ακόντια αιχμηρά του χρόνου οι ακοντιστές
αδημονούνε στους βατήρες δισκοβόλοι
δολιχοδρόμοι αιώνες ξεπερνούν το χτες

κι εγώ στο στάδιο σε μια απόκληρη κερκίδα
σε μια ανυπόληπτη κι ακίνητη σιωπή
χειροκροτώντας μια που μ' έδιωξε πατρίδα
και λαχταρώντας νέα γη να με δεχτεί

αυτάρεσκη ερμηνέυτρια κι απόψε η σκέψη
σε μι' άδεια ορχήστρα, σ' ένα κοίλον αδειανό
να την επευφημήσει ποιος; ποιός να την στέψει
όταν υποκλιθεί με χάρη στο κενό

κι εγώ στο εδώλιο καθισμένος μόνος κι ένας
το βλέμμα μου έχοντας στραμμένο δυτικά
προσμένω μήπως άγγελος φανεί κανένας
να δώσει κάθαρση σ' ότι με τυραννά

κι όπως φυτρώνει μέσα μου άγρια χλωρίδα
κι αναρριχώνται μολυσματικοί κισσοί
τι κι αν πετά από πάνω μου του αύριο η ελπίδα
αφού με ζώνουν τα ερπετά του χτες κι εσύ...