Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2008

πλάνη

Το θλιβερό της μοναξιάς μου αλφαβητάρι
το διάβασε μια μάγισσα σπλαχνομαντεύτρα
δάμασε μου 'πε τον καιρό, σπάσε την πέτρα
ασπάσου του ήλιου το λαμπρό προσκυνητάρι

να σταματήσει η βροχή ήθελα τόσο
να δω τον ήλιο που τον είχα λαχταρήσει
και τώρα που το φως τα σύννεφα έχει σκίσει
θηλιά μου σφίγγει το λαιμό το ουράνιο τόξο

Αίνιγμα φυτεμένο σ' άκρια ενός κήπου
η αγάπη, κι έκρυβα τη λύση στην ψυχή μου:
η σάρκα σου είχε μυρωδιά κομμένου κίτρου
ξύπναε τη γεύση ,την οσμή ,την ορασή μου

Μέσα απ' τη χλώρη του βυθού βγαίνει κοχύλι
και μέσα απ' το κοχύλι η άλικη πορφύρα
ήξερα απ' την αρχή πως σ' ονομάζαν μοίρα
μα με πλανέψανε τα κόκκινα σου χείλη...