Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2007

προανάκρουσμα της Άνοιξης

Ακούω τον ήχο των επιθυμιών που όλο κυλούν
Και σκάβουν δρόμο άοκνα προς τη θάλασσα
κάτω από δέντρα που σαν να πέτρωσε η σκιά τους
όπως πάνω στις πράσινές αισιοδοξίες τους
πιάνεται , παγιδεύεται ο ήλιος

Κι ενώ είχα λησμονήσει όλους τους φθόγγους
ξάφνου οι λέξεις χύνονται απ’ το στόμα μου
σαν καταρράκτες, σαν πηγές, σαν ορεσίβιες κρήνες
και πίνουνε νερό κι ευφραίνονται τα ελάφια
που μέχρι χθες ζούσανε μόνο με άνεμο.

Κι εκεί που λεω: ελπίδα δεν υπάρχει πια,
έρχονται τα στοιχειά και να! στοιχειώνουνε τη νύχτα
κι ακινητεί ο ορίζοντας στην πιο καλή του ώρα
μ’ όλα τα χρώματά απλωμένα στο σχοινί του
κι ο άνεμος ακινητεί στην πιο λαμπρή του πνεύση
παγώνει το κυμάτισμα της θάλασσας,
και μένουν στον αφρό της τα καίκια

Κι ακούω το προανάκρουσμα της άνοιξης
όπως ξεφεύγει απ’ τους δίδυμους αυλούς
που χαιρετίζουν την αποδέσμευση απ’ τα επίπλαστα αισθήματα
εξακοντίζοντας ανάσες μουσικής σε μιαν ατμόσφαιρα
γεμάτη σταλαχτίτες κι άσπρα κρύσταλλα.

Και μια πομπή ανακτορική ξεκρίνω
ζάλο το ζάλο να βαδίζει σε κάποια πομπική οδό,
να κατευθύνεται στη στην αίθουσα του θρόνου
με αργό ρυθμό ως απαιτεί το τελετουργικό
χοές στους δίδυμους που βασιλεύουν πόθους μου να στάξει
μέσα από κέρνους κι αλαβάστρινα κανάτια.