Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2009

ακρίδες

Μεσάνυχτα και ταξιδεύεις με βλέφαρα κλειστά
πετώντας μες στη θάλασσα διαβήτη και πυξίδα
δε θες να ξέρεις αν νησί θα σου φανεί μπροστά
ή οι πέτρες οι αλληλόκρουστες που κλειούν την Προποντίδα

κι έωλος μέσα στου Αίολου τα δώδεκα παιδιά
αφήνεσαι και χάνεσαι δίχως να περιμένεις
πως ξάφνου από το πέλαγος θα αναδυθεί στεριά
και πάνω της μια εκκλησιά πως θα χει ασβεστωμένη

βουτάς μες στον εξαίσιο βυθό με μια αναπνιά
βγαίνεις στα κίτρινα ,πηχτά νερά έξω απ’ τη θήρα
βλέπεις καπνό να ανηφορεί στον ουρανό ψηλά
κι αντί να φύγεις λούζεσαι στη λάβα του κρατήρα

κι ύστερα παίρνεις να πετάς με κέρινα φτερά
στου ήλιου το δίσκο που ποτέ από κοντά δεν είδες
κι ως χαίρεσαι τη ζέστη του κάτω σου καθαρά
βλέπεις όσα σε τρόμαζαν μικρές, μικρές κουκίδες

θάβεις τα όσα ήθελες να ζήσεις μα δε ζεις
βάζοντας στο άδειο από φωνή μισάνοιχτο τους στόμα
κέρμα από άργυρο ακριβό που κάποτε είχες βρει
αρχαίο, που είχε ανάγλυφη πάνω του μια χελώνα

γράμματα ιερογλυφικά διαβάζεις φωναχτά
επάνω σε αιγυπτιακές από ήλεκτρο σφραγίδες:
«Όσα φοβάσαι πέρασαν , μα άλλα έρχονται μπροστά
Φυλάξου… φύσηξε νοτιάς, θα βρέξει πάλι ακρίδες»