Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2007

διθύραμβοι σιωπής

Πόσους ορόφους φαντασίας θα θεμελιώσω ακόμη στη σαθρότητα
Πόσα παράθυρα να ανοίξω ακόμη,
αφού όλα βλέπουν στον ακάλυπτο των αντιφάσεών μου
πόσα μπαλκόνια να κρεμάσω στο κενό
αφού όλα έχουν θέα στη θάλασσα των πόθων μου;

Ενσκήπτω εντός μου.
σπηλιές αυτογνωσίας ανοίγονται βαθιές
και μέσα τους ασίγαστες φιλοξενούνται ροές σταλακτιτών
κι αρχέγονα ασπόνδυλα ερπετά ,ακροβολισμένα
ήσυχα κυοφορούν τις ανησυχίες μου
Ποιος Ζεύγος σαρκοβόρων χαρταετών και σε ποιόν Καύκασο
κατασπαράζει το ήπαρ , του άφθαρτου αιώνος
την ώρα που βουλή θνητών ονείρων αποφασίζει : εγρήγορση
Προτού προλάβει κι έρθει το ξημέρωμα

Ενσκήπτω κι υποκύπτω , και κλείνομαι
αφού τριγύρω δεν μπορώ να βρω Ειλικρινή χαμόγελα
και πώς να τον χλευάσω μόνος μου το θάνατο
πώς να ξεχάσω πως αλλάζει ολοένα η όψη μου
πώς, πως η άνασσα φθορά στο θρόνο Διαδέχεται την Αίγλη,
μ΄ αλαλαγμούς και κρούοντας κύμβαλα του θριάμβου

διθύραμβοι σιωπής δοξάζουν την αναγέννηση που αργεί
κι η γη όλο και υποχωρεί στο σείσμα του αναπόφευκτου
-πάντα απαράλλαχτος ο φόβος του αναπόφευκτου
εις τους αιώνας των αιώνων-
κι η αντανάκλαση του ηλίου δεν μ’ αγγίζει πια…
λιγοστεύω .
κι εγώ δεν ξέρω τι θα βγει μετρώντας το άπειρο
Κι υπολογίζοντας με αριθμούς τα ακαταλόγιστα

(Βραβείο Ωδείου Φουντούλη, Βόλος 2007)

1 σχόλια:

Margarita είπε...

Δεν λιγοστεύουν οι ψυχές. Δεν λιγοστεύουν οι άξιοι. Μπράβο σου