Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2007

σε χρόνο αόριστο

Οι επιθυμίες μου ,όλες τους, είχαν κάτι ψηλόλιγνα κορμιά
τόσο που η κώμη τους άγγιξε -κάποτε-
τη φωτεινή πορεία των άστρων,
τα δάχτυλά τους χάιδεψαν τις παρειές
της ρόδινης σελήνης
τα μάτια τους κοιτάξανε κατάματα την αισιοδοξία
κι εναγκαλίστηκαν ,παράτολμα ,το αδύνατο
κι είχαν τη σάρκα γυναικός αγαπημένης
τόσο, που κάποιες νύχτες νόμισα πως ήμουν
ξανά μωρό στην αγκαλιά της μάνας μου
κι άλλη φορά πως άγγιξα το στήθος
κάποιας, παράφορα όμορφης,
και ποθητής ερωμένης.

Ω! τι γινήκατε τώρα που ο άνεμος σπρώχνει κατά δω τις λύπες;
και που είναι τα παρήγορα λευκά σας χέρια
να αναστήσουν το θρίαμβο της νιότης που αποσύρεται
σαν κουρασμένη άνασσα απ’ τις πολλές τις κολακείες
και τα ψέματα;
Που είναι οι ανταμοιβές που υποσχεθήκατε
στη σάρκα μου και στην ψυχή μου
όταν σας ενθρόνιζα εν δόξει και τιμή
βάζοντας μες στις απαλάμες σας σκήπτρα νοερά
από χαλκό και κεχριμπάρι ατόφιο
και στα μαλλιά σας στεφάνια από μυρτιές
κι από γαλάζια κύματα;

Βραδιάζει. Κι όπως αποσύρεται το φως
κι ακροβατώ στις αιχμηρές παραδοχές της συνείδησης
μια λύπη συνεπαίρνει τα μάτια μου αδάκρυτη:
Ανένδοτα τα χρόνια που δεν οπισθοδρομούν
και που εγώ, ασυναίσθητα ολισθαίνω προς το άπειρο
γράφοντας αδυσώπητες γραφές
μια ελληνικές και μια φριχτά – φριχτά βαρβαρικές
κι όλες σε χρόνο –δυστυχώς- αόριστο