Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2007

ήμερο νερό

η σελήνη επιάστη στ' αβαθή
κι η νύχτα απ' το παράθυρο σκαρφάλωσε
οι ενοχές μνήμα βαθύ
κι ο νους μπροστά δεν προχωρεί
στα πίσω σκάλωσε

Τα λόγια σου ήμερο νερό
κι εγώ την ηρεμία του δε τάραξα
σ' είδα στον ύπνο μου θαρρώ
σαν καταπράσινο δρυμό
Πράσινη θάλασσα

Σε είδα ανάσκελα να πλες
καΐκι τριίστιο που το κύμα δε φοβήθηκες
μα με δυο γυάλινες οπλές
αντί κουπιά, κι αντί να κλαις
το εκδικήθηκες

Σ' είδα να μπαίνεις σ' αργαλειό
κι ήσουνα λέει η πρωθιέρεια της Δίκτυννας
να υφαίνεις φάδι δίμιτο
να με βυζαίνεις σαν μωρό
με γάλα λύκαινας

και πήρε θάρρος το κορμί
γιατί του πήρες τη σιωπή και τη λιτάνεψες
και μου μαθες πως στη ζωή
αξίζει ότι η ψυχή
δε το ζητιάνεψε...